Από την Ακαθίστη Βεκρή
Υπάρχει μια παγίδα στην οποία η ελληνική πολιτική συζήτηση πέφτει συχνά. Να θεωρεί ότι, επειδή η χώρα μας αποκτά μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία, αποκτά αυτομάτως και μεγαλύτερη ισχύ. Πρόκειται όμως για δύο διαφορετικά πράγματα. Μια χώρα μπορεί να είναι πολύτιμη για τους σχεδιασμούς των ισχυρών, χωρίς να έχει εξασφαλίσει ότι τα οφέλη αυτών των σχεδιασμών θα υπηρετήσουν και τα δικά της συμφέροντα. Και ακριβώς εδώ αρχίζει η πραγματική συζήτηση για την ελληνική εξωτερική πολιτική.
Η Ελλάδα διαθέτει γεωγραφική θέση που της επιτρέπει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο, στα Βαλκάνια και στις ευρωπαϊκές ενεργειακές διαδρομές. Συμμετέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, συνεργάζεται στενά με τις Ηνωμένες Πολιτείες και επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της μέσω σημαντικών ενεργειακών και αμυντικών συμφωνιών. Όλα αυτά είναι πλεονεκτήματα. Το ερώτημα είναι αν τα αξιοποιούμε ως εργαλεία εθνικής στρατηγικής ή αν αρκούμαστε να τα παρουσιάζουμε ως επιτυχίες χωρίς να εξετάζουμε το πραγματικό τους αποτέλεσμα.
Ο Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου και οι σχεδιαζόμενες ηλεκτρικές διασυνδέσεις αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η Ελλάδα μπορεί να εξελιχθεί σε σημαντικό ενεργειακό κόμβο, να ενισχύσει τις υποδομές της και να αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή στις περιφερειακές εξελίξεις. Ωστόσο, η κατασκευή ενός έργου ή η συμμετοχή σε έναν διεθνή σχεδιασμό δεν αρκεί από μόνη της. Χρειάζεται να γνωρίζουμε ποια οικονομικά οφέλη παραμένουν στη χώρα, ποιοι αναλαμβάνουν το κόστος και τους κινδύνους, ποιοι καθορίζουν τους όρους λειτουργίας και κατά πόσο η Ελλάδα αποκτά ουσιαστικό λόγο στις αποφάσεις.
Αν δεν απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, η συζήτηση για τη γεωπολιτική αναβάθμιση κινδυνεύει να μετατραπεί σε επικοινωνιακή αυτοεπιβεβαίωση. Η χώρα θα εμφανίζεται σημαντική επειδή τη χρειάζονται οι άλλοι, χωρίς να είναι σαφές τι ακριβώς κερδίζει η ίδια.
Το ίδιο ισχύει για τις διεθνείς συμμαχίες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και κάθε άλλη μεγάλη δύναμη, διαμορφώνουν την πολιτική τους με βάση τα δικά τους συμφέροντα. Αυτό αποτελεί πάγια πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων.
Η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιεί τη συνεργασία της με τους συμμάχους της, χωρίς να συγχέει τη στρατηγική σχέση με την ταύτιση συμφερόντων. Οι σύμμαχοι μπορούν να στηρίξουν ελληνικές επιδιώξεις, αλλά η διασφάλιση των εθνικών συμφερόντων παραμένει ευθύνη της ελληνικής πολιτείας.
Εδώ κρίνεται η ποιότητα της διπλωματίας. Όχι στις φωτογραφίες των συναντήσεων ούτε στις δηλώσεις αμοιβαίας εκτίμησης, αλλά στους όρους των συμφωνιών, στις δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται και στα αποτελέσματα που προκύπτουν.
Η χώρα χρειάζεται συμμαχίες, αλλά χρειάζεται και τη δυνατότητα να διαπραγματεύεται από θέση ισχύος. Και αυτή η δυνατότητα δεν προκύπτει μόνο από τη γεωγραφία. Χτίζεται με ισχυρή οικονομία, παραγωγική βάση, ενεργειακή ανθεκτικότητα, σύγχρονες αμυντικές δυνατότητες και θεσμούς που εμπνέουν εμπιστοσύνη.
Η μεγαλύτερη αδυναμία μιας χώρας δεν είναι ότι συνεργάζεται με ισχυρότερους. Είναι να μην έχει εναλλακτικές επιλογές όταν τα συμφέροντά της αποκλίνουν από εκείνα των συμμάχων της. Όσο περισσότερο εξαρτάται από έναν περιορισμένο αριθμό εταίρων, τόσο στενότερα γίνονται τα περιθώρια των κινήσεών της. Αντίθετα, η οικονομική ανθεκτικότητα, η διαφοροποίηση των συνεργασιών και η σταθερότητα των θεσμών διευρύνουν την ελευθερία των αποφάσεων.
Αυτή η συζήτηση αφορά άμεσα και τον Έλληνα πολίτη. Όταν οι κυβερνήσεις μιλούν για ιστορικές συμφωνίες και γεωπολιτικές επιτυχίες, οφείλουν να εξηγούν πώς αυτές βελτιώνουν την ασφάλεια, την οικονομία και τις προοπτικές της κοινωνίας. Δεν αρκεί να ανακοινώνονται επενδύσεις. Πρέπει να γνωρίζουμε το κόστος, τα αναμενόμενα οφέλη, τις δεσμεύσεις του Δημοσίου και τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται τα αποτελέσματα. Η διαφάνεια δεν αποτελεί εμπόδιο στην εθνική στρατηγική. Είναι προϋπόθεση για να απολαμβάνει αυτή τη στρατηγική δημοκρατική νομιμοποίηση.
Γι’ αυτό χρειάζεται ένας σταθερός μηχανισμός κοινοβουλευτικού και ανεξάρτητου ελέγχου των μεγάλων στρατηγικών έργων, με δημοσιοποίηση των οικονομικών στοιχείων, σαφή χρονοδιαγράμματα και ετήσια αξιολόγηση. Παράλληλα, απαιτείται εθνικός σχεδιασμός για την ενέργεια, την άμυνα και την παραγωγική ανάπτυξη, με στόχους που δεν αλλάζουν κάθε φορά που αλλάζει η κυβέρνηση, αλλά και με δυνατότητα επανεξέτασης όταν τα δεδομένα μεταβάλλονται.
Η πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στην εναλλαγή προσώπων και στην επικοινωνιακή παρουσίαση των ίδιων προβλημάτων.
Ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει αν οι επιλογές της χώρας ενισχύουν την ανεξαρτησία της ή αν δημιουργούν νέες εξαρτήσεις. Δικαιούται επίσης να απαιτεί λογοδοσία, χωρίς αυτό να σημαίνει αμφισβήτηση των συμμαχιών ή αποδυνάμωση της εθνικής προσπάθειας.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να συγχέει τη γεωγραφική της αξία με την εθνική της ισχύ, ούτε να θεωρεί επιτυχία το γεγονός ότι οι ισχυροί τη χρειάζονται, χωρίς να εξετάζει τι κερδίζει η ίδια από αυτή την ανάγκη. Γιατί, στην τελική, άλλο να σε υπολογίζουν επειδή τους εξυπηρετείς και άλλο να σε σέβονται επειδή γνωρίζουν ότι έχεις τη δύναμη, τη στρατηγική και την πολιτική βούληση να υπερασπιστείς τα συμφέροντά σου.
Οι συμμαχίες είναι αναγκαίες, αλλά η εθνική στρατηγική δεν μπορεί να είναι παράρτημα ξένων σχεδιασμών, ούτε η κυριαρχία να εξαντλείται σε σημαίες, δηλώσεις και διπλωματικές φωτογραφίες. Το πραγματικό μέτρο μιας κυβέρνησης δεν είναι πόσο συχνά επικαλείται τη διεθνή αναβάθμιση της χώρας, αλλά τι αφήνει πίσω της σε ασφάλεια, οικονομική αντοχή και ελευθερία επιλογών.
Γιατί η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς να βρίσκεται στον χάρτη των ισχυρών,χρειάζεται να έχει λόγο στη χάραξή του. Και αυτό δεν θα το εξασφαλίσει κανένας σύμμαχος για λογαριασμό της, αν η ίδια δεν αποφασίσει πρώτα να λειτουργήσει ως κυρίαρχο κράτος με σχέδιο, αυτοπεποίθηση και αδιαπραγμάτευτη προσήλωση στο εθνικό συμφέρον.
