Από την Ακαθίστη Βεκρή
Είδα λοιπόν αυτές τις ημέρες κι εγώ την ταινία Καποδίστριας και όσο περνούσαν οι ώρες μετά την προβολή, τόσο πιο καθαρό γινόταν μέσα μου τι με ενόχλησε πραγματικά.
Είναι βλέπεις πολλές ματαιοδοξίες που μπλέχτηκαν μεταξύ τους. Η ματαιοδοξία των ηρώων, η ματαιοδοξία της εξουσίας, η ματαιοδοξία των συμφερόντων, αλλά και η ματαιοδοξία του σκηνοθέτη ,η ματαιοδοξία της αφήγησης. Και όταν τόσες ματαιοδοξίες συναντιούνται, κανείς δεν βγαίνει αθώος.
Και δεν θα αναφερθώ εδω για τα τεχνικά, όχι η παραγωγή, όχι η σκηνοθεσία με τη στενή έννοια τα λαθη τα κενα κτλ. Αυτά σε αυτό το άρθρο δεν θα τα συζητήσω. Αυτό που με αφορά είναι το μήνυμα που τελικά επιλέγεται να περάσει και κυρίως αυτό που χάνεται στην πορεία.
Πιστεύω η έμφαση στην ενότητα θα έπρεπε να είναι το κύριο ζήτημα της ταινίας. Όχι ως σύνθημα, αλλά ως τραγική απουσία. Γιατί αν κάτι διαπερνά διαχρονικά την ελληνική ιστορία, δεν είναι η έλλειψη ικανών προσώπων, αλλά η αδυναμία συλλογικής συνεννόησης. Και χωρίς αυτήν, κανένας ήρωας, κανένας κυβερνήτης, καμία κυβέρνηση δεν σώζει τίποτα κανένα έθνος και κανένα λαό.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας παρουσιάζεται ως μορφή που θυσιάζει τα πάντα την προσωπική του ζωή ,την ίδια του την ζωή και σηκώνει μόνος του το βάρος της σωτηρίας ενός λαού ενός Έθνους.
Κι εδώ ακριβώς χάνεται μια μεγάλη ευκαιρία.
Γιατί η Ιστορία δεν μας δίδαξε ότι μας έλειψαν οι φωτισμένοι. Μας δίδαξε ότι τους αφήσαμε μόνους. Ότι περιμέναμε πάντα από ένα πρόσωπο να διορθώσει μια κοινωνία ρημαγμένη από τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς, εμφύλιους, φατρίες και ξένα συμφέροντα. Σαν να μπορεί ένας άνθρωπος, όσο ικανός κι αν είναι, να σταθεί πάνω από μια κοινωνία που δεν έχει συμφωνήσει ούτε στα βασικά. (δες σωτηρές του σήμερα)
Και γιατί η ταινία δεν στέκεται απλώς απέναντι στην Ιστορία αλλά παίρνει θέση. Επιλέγει να δει τον Ιωάννη Καποδίστρια ως τραγικό ήρωα, σχεδόν μάρτυρα, άγιο έναν άνθρωπο προορισμένο να θυσιαστεί.
Μόνο που τα πράγματα δεν ήταν τόσο καθαρά. Οι ξένοι τον είχαν ειδοποιήσει. Όχι υπαινικτικά, όχι αόριστα. Ξεκάθαρα. Η ζωή του κινδύνευε. Υπήρχε γνώση, υπήρχε προειδοποίηση, υπήρχε επιλογή να φύγει. Δεν μιλάμε για κάποιον που αιφνιδιάστηκε από τη μοίρα, μιλάμε για κάποιον που έμεινε ενώ ήξερε. Και ενώ θα μπορούσε να φύγει και να προετοιμάσει από μακρυά καλύτερα το έργο του !
Αυτό μπορεί να ιδωθεί ως αυτοθυσία αλλά είναι επιλογή. Μπορεί όμως και ως κάτι πιο ανθρώπινο και πιο δύσκολο να ειπωθεί. Ως αδυναμία να εγκαταλείψει το όραμα του. Ως πεποίθηση ότι το σχέδιο για τη χώρα άξιζε περισσότερο από τον ίδιο του τον εαυτό. Είναι τελικά όμως έτσι;
Κι εδώ γεννιέται μια μορφή ματαιοδοξίας που συχνά μπερδεύεται με το ήθος. Η ιδέα ότι η προσωπική ακεραιότητα αρκεί για να νικήσει μια κοινωνία που δεν είναι έτοιμη.
Ο Καποδίστριας πήγε σε έναν λαό ταλαιπωρημένο, καχύποπτο, εξαντλημένο. Και προσπάθησε να τον αλλάξει άμεσα, . Όχι γιατί δεν καταλάβαινε τον πόνο του, αλλά γιατί πίστευε ότι το κράτος έπρεπε να προηγηθεί. Όμως ως μέγα διπλωμάτης που ήταν θα γνώριζε καλά ότι, όταν δεν υπάρχει κοινό έδαφος, οι θεσμοί μοιάζουν μετά από 400 χρόνια σκλαβιά στους οθωμανούς , αλλά και η όποια επιβολή μοιάζει βιασμός!!
Κι εκεί η σύγκρουση γίνεται αναπόφευκτη.
Και κάπου εδώ μπαίνει το άλλο μεγάλο θέμα που θα άξιζε περισσότερη έμφαση ακόμα γιατί είναι ένα θεμα διαχρονικό. Το γεγονός ότι η Ελλάδα σχεδόν σε όλη της τη διαδρομή είναι μπαλάκι στα ξένα συμφέροντα.
Τότε, όπως και τώρα. Οι ξένοι δεν προειδοποίησαν τον Καποδίστρια από αγάπη. Τον προειδοποίησαν γιατί γνώριζαν το παιχνίδι. Και το παιχνίδι αυτό δεν παίζεται ποτέ υπέρ μιας χώρας που είναι διχασμένη. Όσο δεν υπάρχει εσωτερική ενότητα, πάντα θα υπάρχει κάποιος απ’ έξω πρόθυμος να τραβήξει το νήμα .Και πάντα κάποιος πιο συγκροτημένος, θα χρησιμοποιεί χειριστικά τις καταστάσεις!
Εδώ λοιπόν θα ήθελα να σταθεί η αφήγηση όχι στο μεγαλείο της θυσίας, αλλά στη μοναξιά της.
Όχι στον ήρωα που πέφτει, αλλά στην κοινωνία που δεν στάθηκε γύρω του. Γιατί αυτό είναι το διαχρονικό μας πρόβλημα. Περιμένουμε σωτήρες και μετά απορρούμε γιατί καίγονται. Περιμένουμε πρόσωπα αντί για συλλογικές αποφάσεις. Και μετά ξαναρχίζουμε από την αρχή.
Το συμπέρασμα για μένα είναι ξεκάθαρο.
Χωρίς ενότητα δεν σε σώζει κανένας. Ούτε ήρωας, ούτε κυβερνήτης, ούτε κυβέρνηση. Όσο η Ελλάδα δεν συμφωνεί εσωτερικά στο ποια είναι και τι θέλει, θα παραμένει ευάλωτη.
Και όσο επιμένουμε να ψάχνουμε πρόσωπα αντί να κοιτάμε δομές και νοοτροπίες, θα ξαναφτιάχνουμε τους ίδιους μύθους για να αποφύγουμε τις ίδιες ευθύνες.
Και κάπου εδώ αξίζει να ειπωθεί χωρίς υπεκφυγές. Το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν ποτέ η έλλειψη ηρώων. Ήταν η εμμονή μας να τους ζητάμε να κάνουν μόνοι τους αυτό που αρνούμαστε να κάνουμε συλλογικά.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν έπεσε επειδή ήταν ανεπαρκής ούτε επειδή ήταν υπερβολικά μπροστά από την εποχή του. Έπεσε γιατί βρέθηκε μόνος μέσα σε μια χώρα διχασμένη, φοβισμένη, τραυματισμένη και έτοιμη να γίνει ξανά μπαλάκι στα ξένα συμφέροντα αλλά και στα ντόπια.
Όσο δεν υπάρχει ενότητα, κανένας κυβερνήτης δεν σώζει τίποτα. Όσο περιμένουμε τον επόμενο σωτήρα, τόσο πιο σίγουρα τον καίμε. Όσο δεν συμφωνούμε ούτε στο ποιοι είμαστε ούτε στο τι θέλουμε, θα συνεχίζουμε να παραδίδουμε το τιμόνι αλλού. Και τότε οι ξένοι δεν χρειάζεται καν να επιβληθούν αρκεί να περιμένουν.
Αυτό είναι το πιο άβολο μάθημα της ιστορίας μας. Δεν μας λείπουν οι ικανοί. Μας λείπει η κοινή απόφαση. Δεν μας προδίδουν πάντα οι άλλοι. Πολύ συχνά αυτοαναιρούμαστε. Και καμία θυσία, όσο συγκλονιστική κι αν είναι, δεν καλύπτει αυτή την ευθύνη.
Αν κάτι αξίζει να μείνει από αυτή την ιστορία, δεν είναι η εικόνα ενός ανθρώπου που πέφτει μόνος. Είναι η προειδοποίηση που αγνοήσαμε.
Ότι χωρίς ενότητα, χωρίς συλλογική συνείδηση και χωρίς επίγνωση των συμφερόντων που μας περιβάλλουν, δεν υπάρχει ήρωας που να αντέχει, δεν υπάρχει κυβέρνηση που να σώζει, δεν υπάρχει μέλλον που να μη μοιάζει επικίνδυνα με το παρελθόν.
Ίσως αυτό να είναι το πιο σκληρό αλλά και το πιο τίμιο μήνυμα που θα μπορούσε να περάσει μια τέτοια ταινία ίσως για αυτό και κάποιοι βλέποντας την σήμερα δακρύζουν γιατί νοιώθουν προδομένοι . Αλλά από τι προδόθηκαν; Από τους ήρωες τους ή από τους εαυτούς τους;
Και κάπου εδώ πρέπει να ειπωθεί χωρίς περιστροφές. Τελείωσαν οι ήρωες. Όχι γιατί δεν γεννιούνται πια άνθρωποι με ικανότητες ή όραμα, αλλά γιατί το σχήμα του ήρωα όπως το μάθαμε δεν αντέχει άλλο.
Δεν αντέχει σε κοινωνίες διχασμένες, κουρασμένες, έτοιμες να φορτώσουν τις ευθύνες τους σε ένα πρόσωπο για να ανακουφιστούν. Γιατί η Ιστορία δεν αλλάζει όταν βρίσκεις τον σωστό άνθρωπο ,αλλά όταν μια κοινωνία αποφασίζει επιτέλους να σταθεί ενωμένη.
Τελείωσαν οι ήρωες γιατί ήρθε η ώρα της ευθύνης. Της συλλογικής ,της δύσκολης. Εκείνης που δεν χειροκροτείται, δεν δοξάζεται και δεν γράφεται εύκολα σε ταινίες. Χωρίς αυτήν, καμία θυσία δεν αρκεί, κανένας κυβερνήτης δεν σώζει, καμία κυβέρνηση δεν αλλάζει τίποτα.
Το είδαμε ξεκάθαρα άλλωστε οι τοπικοί άρχοντες κουβάλησαν τη ματαιοδοξία της διατήρησης. Την ανάγκη να μη χαθεί τίποτα από όσα θεωρούσαν δικά τους. Οι ξένες δυνάμεις κουβάλησαν τη διαχρονική τους ματαιοδοξία. Να παίζουν χώρες σαν πιόνια χωρίς να λερώνονται.
Και μέσα σε όλα αυτά μπλέκεται και η ματαιοδοξία του δημιουργού. Όχι απαραίτητα κακοπροαίρετη, αλλά υπαρκτή.
Η ανάγκη να ειπωθεί μια ιστορία με καθαρές γραμμές, με ήρωες και θύτες, με νόημα που χωράει σε δύο ώρες. Εκεί όμως η Ιστορία αντιστέκεται. Γιατί δεν αντέχει τα απλοποιημένα σχήματα. Δεν υπακούει σε αφηγήσεις που θέλουν να την εξαγνίσουν.
Έτσι τελικά δεν συγκρούστηκαν μόνο άνθρωποι συγκρούστηκαν ματαιοδοξίες. Κι όταν οι ματαιοδοξίες συναντιούνται, το αποτέλεσμα δεν είναι λύτρωση. Είναι σύγκρουση. Και μέσα σε αυτή τη σύγκρουση χάθηκε όχι μόνο ένας άνθρωπος, αλλά άλλη μια ευκαιρία για κάτι συλλογικό.Και όταν συμβαίνει αυτό, η Ιστορία δεν συγχωρεί. Απλώς καταγράφει και προχωρά.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ειλικρινές συμπέρασμα αυτής της ιστορίας. Όχι ότι χάσαμε έναν ήρωα. Αλλά ότι συνεχίσαμε να περιμένουμε ήρωες, αντί να γίνουμε επιτέλους ήρωες της ζωής μας σε μια ενωμένη κοινωνία.
