Aπό την Ακαθίστη Βεκρή
Στην Οδύσσεια οι μνηστήρες της Πηνελόπης δεν είναι εκατό. Είναι εκατόν οκτώ. Και ο Όμηρος δεν τους παρουσιάζει ως ένα απρόσωπο πλήθος. Τους καταγράφει σχεδόν σαν να κάνει έναν γεωγραφικό χάρτη των δυνάμεων που έχουν συγκεντρωθεί στην Ιθάκη.
Στο 16ο βιβλίο της Οδύσσειας ο Τηλέμαχος λέει στον Οδυσσέα ότι από τη Δουλίχιο έχουν έρθει 52 μνηστήρες, από τη Σάμη 24, από τη Ζάκυνθο 20 και από την ίδια την Ιθάκη 12. Σύνολο 108. Μαζί τους βρίσκονται υπηρέτες και άνθρωποι του παλατιού, ανάμεσά τους ο κήρυκας Μέδων και ο αοιδός Φήμιος, οι οποίοι αργότερα θα διαχωριστούν από τους μνηστήρες. Η καταμέτρηση αυτή έχει σημασία γιατί ο Όμηρος δεν μας δείχνει απλώς εκατό ανθρώπους που θέλουν να παντρευτούν την Πηνελόπη. Μας δείχνει ένα πλήθος προερχόμενο από διαφορετικούς τόπους, που έχει συγκεντρωθεί γύρω από έναν συγκεκριμένο οίκο.
Και ποιος είναι αυτός ο οίκος; Είναι ο οίκος του Οδυσσέα. Ένας οίκος που έμεινε χωρίς τον κύριό του για χρόνια. Οι μνηστήρες δεν έρχονται απλώς για να διεκδικήσουν μια γυναίκα. Μπαίνουν στο σπίτι του, τρώνε την περιουσία του, καταναλώνουν τα αποθέματά του, χρησιμοποιούν τους πόρους του, επιβάλλουν την παρουσία τους και σταδιακά συμπεριφέρονται σαν η απουσία του Οδυσσέα να τους έχει δώσει δικαιώματα πάνω σε όσα δεν τους ανήκουν.
Η Πηνελόπη είναι η αφορμή. Πίσω όμως από την Πηνελόπη βρίσκεται η εξουσία, ο πλούτος, η συνέχεια και τελικά ο ίδιος ο οίκος.
Το ενδιαφέρον είναι ότι οι 108 δεν αποτελούν έναν ενιαίο στρατό. Έρχονται από διαφορετικά μέρη. Οι 52 από τη Δουλίχιο, οι 24 από τη Σάμη, οι 20 από τη Ζάκυνθο και οι 12 από την Ιθάκη. Άλλοι τόποι, άλλοι άνθρωποι, διαφορετικές προελεύσεις, διαφορετικά συμφέροντα. Κι όμως όλοι καταλήγουν στο ίδιο σημείο. Στο σπίτι του Οδυσσέα.
Ακριβώς εδώ η Οδύσσεια αποκτά μια παράξενη επικαιρότητα ως πολιτική αλληγορία για την Ελλάδα. Όχι επειδή ο Όμηρος προέβλεψε τη σύγχρονη πολιτική, τις οικονομικές κρίσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις, τα μνημόνια ή τις διεθνείς πιέσεις. Αυτό θα ήταν υπερβολικό. Η αξία της ιστορίας βρίσκεται αλλού. Ο Όμηρος γνώριζε κάτι πολύ βαθύτερο για την ανθρώπινη φύση. Όταν ένας οίκος αποδυναμώνεται και ο άνθρωπος που έχει την ευθύνη του απουσιάζει, αργά ή γρήγορα εμφανίζονται εκείνοι που θα προσπαθήσουν να επωφεληθούν από την απουσία του.
Και η Ελλάδα έχει γνωρίσει πολλές μορφές απουσίας. Άλλοτε απουσία οικονομικής ισχύος, άλλοτε πολιτικής αυτοπεποίθησης, άλλοτε εθνικής στρατηγικής και άλλοτε συλλογικής μνήμης.
Σε περιόδους κρίσης η χώρα βρέθηκε πολλές φορές στη θέση εκείνου που πρέπει να δανειστεί, να προσαρμοστεί, να υποχωρήσει, να πουλήσει, να διαπραγματευτεί υπό πίεση και να δεχτεί αποφάσεις που παρουσιάζονταν ως αναπόφευκτες. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον είναι φυσικό να εμφανίζονται πολλά και διαφορετικά συμφέροντα.
Οι σύγχρονοι μνηστήρες δεν χρειάζεται να είναι μια μυστική ομάδα που συνεννοείται σε κάποιο σκοτεινό δωμάτιο. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Μπορεί να είναι πολιτικά συμφέροντα, οικονομικές ελίτ, επιχειρηματικοί όμιλοι, επενδυτικά κεφάλαια, διεθνείς θεσμοί, κρατικές στρατηγικές, ενεργειακά συμφέροντα ή απλώς άνθρωποι που βλέπουν μια αδύναμη χώρα και αντιλαμβάνονται μια ευκαιρία. Άλλος βλέπει γη, άλλος λιμάνια, άλλος ενέργεια, άλλος τουρισμό, άλλος υποδομές, άλλος δημόσια περιουσία και άλλος πολιτική επιρροή. Δεν χρειάζεται όλοι να έχουν τον ίδιο στόχο. Αρκεί να συναντώνται μπροστά στην ίδια πόρτα.
Και κάπου εδώ βρίσκεται η ουσία αυτού που συχνά ονομάζουμε ξεπούλημα μιας χώρας. Το ξεπούλημα δεν αρχίζει τη στιγμή που υπογράφεται μια σύμβαση ή όταν ένα περιουσιακό στοιχείο περνά σε ιδιώτη. Εκεί απλώς γίνεται ορατό το αποτέλεσμα μιας πολύ μεγαλύτερης διαδικασίας.
Η αρχή βρίσκεται στη νοοτροπία. Αρχίζει όταν πειστούμε ότι τίποτα δεν έχει πραγματική αξία αν δεν αποτιμάται σε χρήμα. Όταν η δημόσια περιουσία θεωρείται βάρος, η γη απλώς προϊόν, η θάλασσα οικονομικός πόρος, το λιμάνι επενδυτικό στοιχείο, τα νησιά τουριστικό προϊόν και η ιστορία ένα εμπορικό σήμα.
Το πραγματικό πρόβλημα αρχίζει όταν ένας λαός σταματά να αισθάνεται ότι αυτά του ανήκουν.
Γιατί μπορείς να πουλήσεις ένα ακίνητο και να χτίσεις ένα άλλο. Μπορείς να χάσεις χρήματα και να τα ξανακερδίσεις. Μπορείς να περάσεις μια οικονομική κρίση και να ξανασταθείς. Αυτό που είναι πολύ δυσκολότερο να ξαναχτιστεί είναι η αίσθηση της κυριότητας, η πεποίθηση ότι αυτός ο τόπος είναι δικός μας όχι με την έννοια της αποκλειστικότητας, αλλά με την έννοια της ευθύνης. Ότι αυτό που παραλάβαμε από τους προηγούμενους έχουμε καθήκον να το παραδώσουμε στους επόμενους.
Και εδώ οι 108 μνηστήρες αποκτούν έναν συμβολισμό που ξεπερνά τον ίδιο τον αριθμό.
Δεν είναι μόνο πολλοί. Είναι πολλοί και προέρχονται από διαφορετικές κατευθύνσεις. Αυτό θυμίζει περισσότερο ένα σύστημα συμφερόντων παρά έναν παραδοσιακό εχθρό.
Κάθε ένας μπορεί να θέλει κάτι διαφορετικό από την Ιθάκη, αλλά όλοι επωφελούνται από το γεγονός ότι ο Οδυσσέας απουσιάζει. Και όσο εκείνος δεν επιστρέφει, η κατάσταση γίνεται όλο και πιο φυσιολογική.
Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο.
Οι μνηστήρες δεν καταλαμβάνουν την Ιθάκη μέσα σε μία νύχτα. Την καταναλώνουν λίγο λίγο. Κάθε μέρα τρώνε από την περιουσία. Κάθε μέρα καταλαμβάνουν λίγο περισσότερο χώρο. Κάθε μέρα η παρουσία τους γίνεται περισσότερο αποδεκτή. Και κάποια στιγμή το παράλογο γίνεται κανονικότητα.
Δεν είναι αυτή η διαδικασία που φοβίζει περισσότερο και στη σύγχρονη πολιτική;
Όχι όταν ο πολίτης θυμώνει. Αλλά όταν συνηθίζει.
Όταν συνηθίζει να ακούει ότι δεν υπάρχουν άλλες επιλογές. Ότι όλα είναι μονόδρομος. Ότι η χώρα πρέπει να προσαρμοστεί. Ότι κάποια πράγματα πρέπει να δοθούν. Ότι άλλοι ξέρουν καλύτερα. Ότι η δημόσια περιουσία είναι απλώς ένα εργαλείο για να κλείσουν τρύπες. Ότι η κυριαρχία είναι μια παλιά λέξη και ότι ο σύγχρονος κόσμος απαιτεί διαρκώς υποχωρήσεις.
Ένας λαός που θυμώνει μπορεί να αντιδράσει. Ένας λαός που συνηθίζει μπορεί να παραιτηθεί.
Και μέσα στην Οδύσσεια υπάρχει η Πηνελόπη.
Η Πηνελόπη είναι ίσως ο πιο υποτιμημένος πολιτικός χαρακτήρας του έπους. Για χρόνια βρίσκεται μόνη μέσα σε έναν οίκο που ουσιαστικά έχει καταληφθεί από τους μνηστήρες. Όλοι γύρω της θεωρούν ότι ο Οδυσσέας έχει χαθεί. Οι μνηστήρες συμπεριφέρονται σαν να είναι θέμα χρόνου να κερδίσουν. Εκείνη όμως αρνείται να αναγνωρίσει την κατάσταση ως τελεσίδικη.
Υφαίνει και ξηλώνει το ύφασμα. Καθυστερεί. Κερδίζει χρόνο. Αντιστέκεται μέσα στα όρια που έχει. Δεν μπορεί να διώξει τους 108 με τη δύναμη των όπλων, μπορεί όμως να αρνηθεί να τους παραδώσει το δικαίωμα να θεωρούν τον οίκο δικό τους.
Και αυτό είναι σημαντικό.
Η αντίσταση δεν είναι πάντα μια μεγάλη ηρωική πράξη. Μερικές φορές είναι απλώς η άρνηση να θεωρήσεις φυσιολογικό αυτό που δεν είναι.
Και μετά επιστρέφει ο Οδυσσέας.
Δεν επιστρέφει ως πανίσχυρος βασιλιάς που όλοι αναγνωρίζουν από την πρώτη στιγμή. Επιστρέφει μεταμφιεσμένος, ως ένας άγνωστος, ένας ζητιάνος. Ο άνθρωπος που κάποτε είχε φύγει ως βασιλιάς επιστρέφει σχεδόν σαν κανένας. Κι όμως μέσα του γνωρίζει κάτι που οι άλλοι έχουν ξεχάσει. Γνωρίζει ποιος είναι ο οίκος του.
Αυτή ίσως είναι και η πιο δυνατή πολιτική διάσταση της Οδύσσειας.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται έναν μυθολογικό Οδυσσέα που θα εμφανιστεί από τη θάλασσα για να τη σώσει. Δεν χρειάζεται έναν πολιτικό σωτήρα. Χρειάζεται να ξαναβρεί η ίδια την επίγνωση του δικού της οίκου. Να θυμηθεί τι έχει, τι αξίζει, τι πρέπει να προστατεύσει και τι μπορεί να διαπραγματευτεί χωρίς να χάσει τον αυτοσεβασμό της.
Η Ελλάδα μπορεί να είναι ανοιχτή στον κόσμο χωρίς να είναι ανοιχτή σε κάθε μορφή λεηλασίας. Μπορεί να δέχεται επενδύσεις χωρίς να θεωρεί κάθε πώληση επιτυχία. Μπορεί να συμμετέχει σε διεθνείς συμμαχίες χωρίς να θεωρεί ότι η συμμαχία σημαίνει μόνιμη υποχώρηση. Μπορεί να συνεργάζεται με ισχυρότερους χωρίς να αισθάνεται μικρότερη. Μπορεί να αναπτύσσεται χωρίς να μετατρέπει κάθε κομμάτι της σε εμπόρευμα.
Ο Οδυσσέας άλλωστε δεν ήταν απομονωμένος από τον κόσμο. Ταξίδεψε. Γνώρισε άλλους λαούς. Διαπραγματεύτηκε. Συνεργάστηκε. Πολέμησε. Έχασε. Κέρδισε. Και τελικά επέστρεψε.
Η Ιθάκη δεν ήταν ένας τόπος που φοβόταν τον έξω κόσμο. Ήταν ένας τόπος που ήξερε ποιος ήταν ο δικός του οίκος.
Ίσως λοιπόν αυτό να είναι και το πραγματικό ζητούμενο για την Ελλάδα.
Όχι να κλείσει τις πόρτες της.
Αλλά να γνωρίζει ποιος μπαίνει από αυτές.
Όχι να αρνηθεί την οικονομία.
Αλλά να αποφασίζει η ίδια τι έχει αξία πέρα από την τιμή του.
Όχι να απομονωθεί.
Αλλά να συνεργάζεται χωρίς να ξεχνά τον εαυτό της.
Γιατί τελικά οι 108 μνηστήρες δεν ήταν δυνατοί μόνο επειδή ήταν 108. Ήταν δυνατοί επειδή είχαν πειστεί ότι ο Οδυσσέας δεν θα επιστρέψει ποτέ…..
Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο πολιτικό μήνυμα της ιστορίας.
Μια χώρα δεν χάνει μόνο όταν κάποιος της παίρνει κάτι. Χάνει και όταν οι άνθρωποί της παύουν να πιστεύουν ότι αξίζει να το προστατεύσουν. Δεν χρειάζονται πάντα εχθροί για να χαθεί ένας τόπος. Μερικές φορές αρκούν η αδιαφορία, η εξάρτηση, η απληστία, η πολιτική ανεπάρκεια και η συνήθεια.
Και ίσως γι αυτό ο Όμηρος εξακολουθεί να μας αφορά.
Γιατί πίσω από τους 108 μνηστήρες δεν υπάρχει μόνο μια αρχαία ιστορία. Υπάρχει η διαχρονική εικόνα ενός σπιτιού που μένει απροστάτευτο όταν οι άνθρωποί του ξεχνούν ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του.
Η Ελλάδα έχει χάσει πολλά στην ιστορία της. Έχει όμως επιβιώσει από αυτοκρατορίες, πολέμους, κατοχές, χρεοκοπίες και πολιτικές καταστροφές. Αυτό που δεν πρέπει να χάσει είναι την ικανότητα να ξεχωρίζει την αξία από την τιμή.
Γιατί η γη μπορεί να πουληθεί.
Ένα λιμάνι μπορεί να αλλάξει χέρια.
Μια επιχείρηση μπορεί να ιδιωτικοποιηθεί.
Ένα περιουσιακό στοιχείο μπορεί να ρευστοποιηθεί.
Η μνήμη όμως δεν ιδιωτικοποιείται τόσο εύκολα. Η αξιοπρέπεια ενός λαού δεν αποτιμάται σε χρηματιστήριο. Και η κυριαρχία δεν είναι απλώς ένας τίτλος ιδιοκτησίας.
Γι αυτό ίσως το ερώτημα σήμερα δεν είναι ποιοι είναι οι 108 μνηστήρες.
Το ερώτημα είναι πολύ πιο δύσκολο.
Ποιος τους άφησε να μπουν;
Και ακόμη δυσκολότερο.
Πόσο καιρό θα τους αφήσουμε να πιστεύουν ότι το σπίτι είναι δικό τους;
Γιατί το πραγματικό ξεπούλημα μιας χώρας δεν αρχίζει όταν κάποιος άλλος πάρει τα κλειδιά.
Αρχίζει όταν εκείνοι που ζουν μέσα στο σπίτι πάψουν να αισθάνονται ότι έχουν το δικαίωμα να τα κρατούν.
Τα ονόματα των μνηστήρων και ο συμβολισμός τους
Και εδώ η Οδύσσεια κρύβει μια ακόμη ενδιαφέρουσα διάσταση. Τα ονόματα των βασικών μνηστήρων δεν ακούγονται τυχαία. Στην αρχαία ελληνική παράδοση το όνομα ενός προσώπου συχνά συνδέεται με χαρακτηριστικά, πράξεις ή μοίρα, και έτσι οι μνηστήρες μπορούν να διαβαστούν όχι μόνο ως πρόσωπα αλλά και ως μορφές μιας συγκεκριμένης νοοτροπίας.
Πρώτος είναι ο Αντίνοος. Το όνομά του μπορεί να διαβαστεί ως αντί και νόος, δηλαδή αυτός που βρίσκεται απέναντι στον νου, στη σκέψη, στη φρόνηση. Ο νόος στην ομηρική γλώσσα είναι κάτι πολύ περισσότερο από την απλή σκέψη. Συνδέεται με τον νου, την αντίληψη, την εσωτερική κατανόηση και την ικανότητα να αντιλαμβάνεται κανείς τι πραγματικά συμβαίνει. Ο Αντίνοος λοιπόν μπορεί συμβολικά να γίνει η εικόνα του ανθρώπου που βρίσκεται απέναντι στη φρόνηση.
Η αλαζονεία του δεν είναι απλώς προσωπικό ελάττωμα. Είναι μια μορφή τύφλωσης. Δεν καταλαβαίνει ότι αυτό που καταναλώνει δεν του ανήκει και δεν αντιλαμβάνεται ότι ο άνθρωπος που περιφρονεί μπροστά του είναι ο ίδιος ο Οδυσσέας.
Και ίσως γι αυτό είναι ο πρώτος που πέφτει. Ο άνθρωπος που βρίσκεται αντίθετα προς τον νόο, που δεν μπορεί να δει την πραγματικότητα πίσω από την εμφάνιση, είναι ο πρώτος που συντρίβεται όταν η αλήθεια επιστρέφει στον οίκο.
Δίπλα του βρίσκεται ο Ευρύμαχος. Το όνομά του συνδέεται με το ευρύ και τη μάχη, με την έννοια του ανθρώπου που απλώνεται στη σύγκρουση. Είναι ένας από τους σημαντικότερους μνηστήρες, ιδιαίτερα ικανός στη ρητορική και στη διαχείριση των εντυπώσεων. Όταν αποκαλύπτεται ο Οδυσσέας, προσπαθεί αμέσως να μεταφέρει την ευθύνη στον νεκρό Αντίνοο και να προτείνει οικονομική αποζημίωση. Σαν να μπορεί η αδικία να κλείσει με έναν λογαριασμό. Όταν όμως καταλαβαίνει ότι ο Οδυσσέας δεν δέχεται αυτή τη λογική, περνά από τα λόγια στη βία.
Και υπάρχει και ο Αμφίνομος. Το όνομά του συνδέεται με το αμφί και τον νόμο ή τη νομή, με μια ερμηνευτική αίσθηση που μπορεί να παραπέμπει σε κάποιον που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο πλευρές. Ο Αμφίνομος παρουσιάζεται ως ένας από τους πιο συνετούς μνηστήρες και κάποια στιγμή επιχειρεί να αποτρέψει τη δολοφονία του Τηλέμαχου. Ωστόσο παραμένει μέσα στην ομάδα των μνηστήρων και τελικά συμμετέχει στη σύγκρουση. Ο Τηλέμαχος είναι αυτός που τον σκοτώνει.
Αυτό έχει ενδιαφέρον και σε συμβολικό επίπεδο. Δεν αρκεί να θεωρεί κάποιος τον εαυτό του πιο λογικό από τους άλλους. Όταν παραμένει μέσα σε ένα σύστημα που καταχράται τον οίκο, η προσωπική του μετριοπάθεια δεν τον απαλλάσσει από την ευθύνη της συμμετοχής.
Και τότε έρχεται ο Τηλέμαχος.
Το όνομά του αποτελείται από το τῆλε και τη μάχη. Εκείνος που μάχεται από μακριά. Και πράγματι, ο Τηλέμαχος είναι ο άνθρωπος που μεγάλωσε μακριά από τον πατέρα του και στην αρχή της Οδύσσειας δεν διαθέτει ακόμη τη δύναμη να αντιμετωπίσει τους μνηστήρες. Σταδιακά όμως ενηλικιώνεται, ταξιδεύει, αναζητά τον πατέρα του και όταν ο Οδυσσέας επιστρέφει στέκεται δίπλα του.
Αν θέλουμε να τραβήξουμε αυτή τη συμβολική γραμμή μέχρι τη σύγχρονη Ελλάδα, τότε η εικόνα γίνεται σχεδόν πολιτική.
Ο Αντίνοος μπορεί να συμβολίζει την αντίθεση προς τον νόο, την πολιτική τύφλωση που δεν βλέπει πέρα από το άμεσο συμφέρον.
Ο Ευρύμαχος μπορεί να συμβολίζει την πολιτική ρητορική που προσπαθεί να μετατρέψει την ευθύνη σε διαπραγμάτευση και την αδικία σε οικονομικό διακανονισμό.
Ο Αμφίνομος μπορεί να συμβολίζει εκείνον που βλέπει ότι κάτι είναι λάθος αλλά παραμένει μέσα στο σύστημα επειδή θεωρεί ότι ο ίδιος είναι πιο λογικός από τους υπόλοιπους.
Και ο Τηλέμαχος μπορεί να γίνει η εικόνα της επόμενης γενιάς. Εκείνων που κληρονομούν έναν οίκο τον οποίο δεν δημιούργησαν, αλλά θα πρέπει να αποφασίσουν τι θα κάνουν μαζί του.
Γι αυτό ίσως η πιο δυνατή ερώτηση δεν είναι ποιος είναι ο σύγχρονος Οδυσσέας.
Είναι ποιος είναι ο σύγχρονος Τηλέμαχος.
Ποια γενιά θα κοιτάξει τον οίκο που παραλαμβάνει και θα πει ότι δεν είναι απλώς ένα περιουσιακό στοιχείο προς αξιοποίηση. Είναι μια ευθύνη.
Γιατί η Οδύσσεια δεν μιλά μόνο για την επιστροφή ενός βασιλιά. Μιλά για τη στιγμή που ένας άνθρωπος επιστρέφει στον οίκο του και ανακαλύπτει ότι όσο έλειπε κάποιοι άλλοι άρχισαν να πιστεύουν ότι τους ανήκει.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο σύγχρονη ανάγνωση της Ιθάκης.
ΤΟ ΣΙΓΟΥΡΟ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ Δεν αρκεί να επιστρέψει ο Οδυσσέας.
Πρέπει να υπάρχει και μια γενιά που να ξέρει τι αξίζει να κρατήσει.
