Η χώρα στη μέση απο την Ακαθίστη Βεκρή.
Εκεί όπου η φωνή της γης σβήνει στον θόρυβο της πόλης από το άδειο μαντρί που έγινε στάχτη νως τον αγρότη που παλεύει με το χρέος και τα επιδόματα της σφαγής
σε μια πραγματικότητα που κανείς δεν θέλει να κοιτάξει κατάματα.
Κάπου στη μέση της χώρας αυτής υπάρχει ένα κενό που δεν είναι γεωγραφικό είναι το σημείο όπου η πραγματικότητα της γης συναντά την αυταπάτη της πόλης και εκεί καταλαβαίνεις πως δεν λείπει ο πολιτισμός λείπει η επίγνωση του ποιος τον στηρίζει.
Και από αυτό το σημείο αρχίζει να φαίνεται ότι η κοινωνική κρίση δεν γεννήθηκε στα χωράφια ούτε στα εργοστάσια αλλά στην απόσταση που άφησαν να μεγαλώσει οι δύο πλευρές όσο η μια πάλευε για επιβίωση και η άλλη για αφήγημα.
Το χάσμα ανάμεσα σε όσους παράγουν τροφή και σε όσους καταναλώνουν ιστορίες δεν είναι θέμα κουλτούρας είναι ζήτημα ισχύος.
Η ύπαιθρος ζει με τον χρόνο της ανάγκης η πόλη με τον χρόνο της εικόνας και αυτό το διπλό ρολόι κάνει την κοινωνία να χτυπά σε δύο διαφορετικούς ρυθμούς. Όταν η δεύτερη ρυθμίζει την πολιτική ζωή της χώρας τότε η πρώτη καταλήγει αόρατη μέχρι να ξεσπάσει με τον πιο επώδυνο τρόπο.
Κανείς δεν αμφισβητεί την αξία της τέχνης ούτε τη σημασία του σύγχρονου πολιτισμού. Το πρόβλημα όμως εμφανίζεται όταν γίνεται ασπίδα για να κρύβονται οι ανισότητες όταν χρησιμοποιείται για να ντύσει με ωραίες λέξεις μια πραγματικότητα που βουλιάζει. Γιατί την ώρα που συζητούνται οράματα ανάπτυξης και ευρωπαϊκές στρατηγικές η καθημερινότητα των ανθρώπων που τροφοδοτούν τη χώρα γίνεται ολοένα πιο δύσκολη πιο στριμωγμένη πιο απελπισμένη.
Η ανασύνδεση λοιπόν δεν είναι ρομαντική ανάγκη είναι πολιτικός όρος επιβίωσης. Χωρίς δίκαιη αντιμετώπιση της αγροτικής παραγωγής χωρίς αξιοπρέπεια στην εργασία χωρίς πραγματική στήριξη των ανθρώπων που κρατούν τη χώρα αυτάρκη δεν υπάρχει καν κοινωνική συνοχή για να συζητήσεις πολιτισμό.
Η δημοκρατία δεν αντέχει όταν το μισό της σώμα ζητά βοήθεια και το άλλο μισό δεν ακούει.
Η Ελλάδα δεν είναι σκηνικό για τουρίστες ούτε δοχείο επιδοτούμενων έργων. Είναι μια κοινωνία που χρειάζεται να ξαναθυμηθεί ποιοι σηκώνουν το βάρος της καθημερινής ζωής ποιοι κρατούν ζωντανή την ενέργεια που κυκλοφορεί από άκρη σε άκρη της χώρας. Αν αυτοί οι άνθρωποι λυγίσουν τότε δεν υπάρχει πολιτισμός που θα γεμίσει το κενό.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η ελπίδα. Ότι αν ακουστεί ξανά η φωνή της γης αν καταλάβει η πόλη πως δεν μπορεί να σταθεί χωρίς τη ρίζα της τότε μπορεί να ξαναχτιστεί μια κοινωνία που δεν θα κινείται με δύο μέτρα και δύο χρόνους αλλά με μία κοινή συνείδηση και μόνο τότε το κενό στη μέση θα αρχίσει πραγματικά να μικραίνει.
