iP HK wJPVMd6WCwNggJSAplr1UMAfbmVCGEk zf5nKrjAW56WwokGChR3wxEXzUMi5vr9Rfo XbnCrwCwW 0rTT1IgxTkIEfllqIB8UyMc2nAPO5DHGsAePwmhlQWRAnpux1efqlI4F4o5o9I BAsEQQLYLLBOWjgh cbfhwHg

Η νέα πιστοληπτική βαθμολόγηση του πολίτη και το όριο ανάμεσα στο ψηφιακό κράτος και την ψηφιακή επιτήρηση.

Από την Ακαθίστη Βεκρή

Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες μια διοικητική απόφαση είναι πολύ μεγαλύτερη από το αντικείμενό της. Οι δύο ΚΥΑ 117113 ΕΞ 2026 και 117786 ΕΞ 2026, που δημοσιεύθηκαν τον Ιούλιο του 2026, ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Με τις αποφάσεις αυτές διαμορφώνεται το πλαίσιο για την ενοποιημένη πιστοληπτική βαθμολόγηση φυσικών προσώπων στην Ελλάδα, με συγκεκριμένη μεθοδολογία, κριτήρια, τεχνικές προδιαγραφές και διαδικασίες άσκησης δικαιωμάτων από τους πολίτες.

Η εξέλιξη αυτή μπορεί να παρουσιαστεί ως ένα ακόμη βήμα προς ένα αποτελεσματικότερο ψηφιακό κράτος. Είναι όμως ταυτόχρονα κάτι περισσότερο. Είναι μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο η πολιτεία και η οικονομία μπορούν να βλέπουν τον πολίτη. Και γι αυτό αξίζει μια πολύ πιο ουσιαστική δημόσια συζήτηση.

Το θέμα, επομένως, δεν είναι απλώς ότι το κράτος ψηφιοποιεί μια ακόμη υπηρεσία. Είναι ότι η οικονομική συμπεριφορά ενός φυσικού προσώπου μπορεί πλέον να μεταφράζεται σε μια ενοποιημένη αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας. Η ίδια η απόφαση προβλέπει βαθμίδες από Α έως D, από εξαιρετική έως εξαιρετικά χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητα σε ενοποιημένη βάση.

Και εδώ αρχίζει η πολιτική συζήτηση. Γιατί άλλο είναι να γνωρίζει το κράτος ότι ένας πολίτης έχει μια συγκεκριμένη οφειλή και άλλο να μετατρέπει τη συνολική οικονομική του συμπεριφορά σε έναν χαρακτηρισμό που μπορεί να λειτουργήσει ως σύντομη απάντηση στο ερώτημα αν είναι αξιόπιστος. Η διαφορά μοιάζει τεχνική. Στην πραγματικότητα είναι βαθιά πολιτική.

Διότι όταν το κράτος αποκτά τη δυνατότητα να μετατρέπει τη σύνθετη οικονομική πραγματικότητα ενός ανθρώπου σε έναν αριθμό ή μια βαθμίδα, δεν αποκτά μόνο περισσότερη πληροφορία. Αποκτά έναν νέο τρόπο να βλέπει τον πολίτη. Και κάθε νέος τρόπος με τον οποίο η εξουσία βλέπει τον πολίτη πρέπει να συνοδεύεται από έναν εξίσου ισχυρό τρόπο με τον οποίο ο πολίτης βλέπει και ελέγχει την εξουσία.

Η εξέλιξη αυτή, άλλωστε, δεν εμφανίστηκε από το πουθενά.

Από τον Ιανουάριο του 2026 λειτουργεί στην Τράπεζα της Ελλάδος το Κεντρικό Μητρώο Πιστώσεων, στο οποίο συγκεντρώνονται στοιχεία για πιστώσεις, ιστορικό πληρωμών και εξασφαλίσεις, ενώ οι πολίτες μπορούν να λαμβάνουν την πιστωτική τους έκθεση και να αμφισβητούν ηλεκτρονικά τα δεδομένα που περιλαμβάνονται σε αυτή.

Η συγκέντρωση αξιόπιστης πιστωτικής πληροφόρησης μπορεί να έχει απολύτως θεμιτούς σκοπούς. Μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας, στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας και στη λήψη περισσότερο τεκμηριωμένων αποφάσεων. Η κριτική, λοιπόν, στην ψηφιοποίηση δεν μπορεί να ξεκινά από την παραδοχή ότι κάθε συγκέντρωση δεδομένων είναι εξ ορισμού κακή. Το πραγματικό ζήτημα είναι ποια δεδομένα συγκεντρώνονται, για ποιο σκοπό, ποιος έχει πρόσβαση σε αυτά, πώς συνδυάζονται και κυρίως τι αποφάσεις μπορούν να παραχθούν από αυτά.

Γιατί η δημοκρατική συζήτηση δεν πρέπει να φοβάται την πληροφορία. Πρέπει να φοβάται την πληροφορία όταν παύει να υπηρετεί έναν συγκεκριμένο και ελέγξιμο σκοπό και αρχίζει να γίνεται εργαλείο γενικής ταξινόμησης ανθρώπων.

Μέχρι σήμερα μπορούσαμε να μιλάμε για διαφορετικά κομμάτια πληροφορίας. Ένα εισόδημα, μια οφειλή, ένα δάνειο, μια καθυστέρηση, μια φορολογική υποχρέωση, ένα ιστορικό πληρωμών. Όταν όμως αυτά τα δεδομένα αρχίζουν να συνδέονται μεταξύ τους και να τροφοδοτούν ένα ενιαίο σύστημα αξιολόγησης, συμβαίνει κάτι ποιοτικά διαφορετικό.

Ο άνθρωπος παύει να εμφανίζεται ως πολίτης με μια σύνθετη οικονομική και κοινωνική διαδρομή και αρχίζει να εμφανίζεται ως προφίλ. Ένα σκορ. Μια κατηγορία. Ένας δείκτης κινδύνου.

Και τότε η τεχνολογία δεν περιορίζεται πλέον στο να περιγράφει την πραγματικότητα. Αρχίζει να επηρεάζει την πραγματικότητα. Ο πολίτης δεν είναι πλέον απλώς αυτός που έχει χρέος. Είναι ο πολίτης που χαρακτηρίζεται υψηλού κινδύνου.

Δεν είναι απλώς κάποιος που αντιμετώπισε μια οικονομική δυσκολία. Είναι κάποιος με χαμηλή πιστοληπτική εικόνα. Δεν είναι πλέον μια συγκεκριμένη περίπτωση που πρέπει να εξεταστεί. Είναι ένας αριθμός που μπορεί να οδηγήσει σε μια αυτοματοποιημένη απόφαση. Και εδώ ακριβώς αρχίζει το δημοκρατικό πρόβλημα. Γιατί ο άνθρωπος είναι πάντοτε κάτι περισσότερο από τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί γι αυτόν.

Ο αριθμός δεν είναι ουδέτερος

Έχουμε μάθει να εμπιστευόμαστε τους αριθμούς. Έναν βαθμό στο σχολείο, ένα εισόδημα, μια τιμή, ένα ποσοστό, έναν δείκτη. Ο αριθμός δίνει την αίσθηση ότι κάποιος πήρε κάτι περίπλοκο και το έκανε απλό. Και ίσως γι αυτό ακριβώς είναι τόσο εύκολο να ξεχάσουμε ότι, πίσω από κάθε αριθμό που χρησιμοποιείται για να κρίνει έναν άνθρωπο, υπάρχει πρώτα μια ανθρώπινη απόφαση.

ΟΜΩΣ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΛΛΑ

Ποιος αποφάσισε τι θα μετρηθεί; Ποιος αποφάσισε τι έχει μεγαλύτερη σημασία; Ποιος αποφάσισε ότι μια καθυστέρηση πληρωμής λέει κάτι συγκεκριμένο για την αξιοπιστία ενός ανθρώπου; Και ποιος αποφασίζει πόσο καιρό θα συνεχίσει να τον ακολουθεί αυτή η πληροφορία;

Αυτές οι ερωτήσεις αποκτούν ιδιαίτερο βάρος τώρα που η οικονομική συμπεριφορά του πολίτη μπορεί να συμπυκνώνεται σε μια ενιαία πιστοληπτική αξιολόγηση. Γιατί από τη στιγμή που η ζωή ενός ανθρώπου μεταφράζεται σε έναν βαθμό, υπάρχει ο κίνδυνος να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τον βαθμό ως πιο πραγματικό από τον ίδιο τον άνθρωπο.

Ένας αριθμός μπορεί να πει ότι κάποιος καθυστέρησε μια υποχρέωση. Δεν μπορεί να πει γιατί. Μπορεί να καταγράψει ότι το εισόδημά του είναι χαμηλό. Δεν μπορεί να γνωρίζει τι σημαίνει αυτό το εισόδημα μέσα στην πραγματική ζωή του.

Μπορεί να υπολογίσει ότι ένας άνθρωπος θεωρείται μεγαλύτερος πιστωτικός κίνδυνος. Δεν μπορεί να γνωρίζει αν απέναντί του βρίσκεται ένας ασυνεπής άνθρωπος ή ένας συνεπής άνθρωπος που απλώς βρέθηκε για ένα διάστημα σε μια δύσκολη συνθήκη.

Ο αριθμός καταγράφει το αποτέλεσμα. Η ζωή όμως βρίσκεται στις αιτίες.

Και αυτή τη διαφορά δεν πρέπει να την ξεχνάμε ποτέ όταν αφήνουμε έναν αλγόριθμο να συμμετέχει σε αποφάσεις που επηρεάζουν ανθρώπους.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι χρησιμοποιούμε δεδομένα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ξεχνάμε ότι τα δεδομένα είναι αποσπάσματα της πραγματικότητας και όχι η ίδια η πραγματικότητα.

Ένας άνθρωπος δεν είναι το πιστωτικό του ιστορικό. Δεν είναι το εισόδημά του. Δεν είναι οι οφειλές του. Δεν είναι μια πιθανότητα αθέτησης. Και σίγουρα δεν είναι ένα γράμμα από το Α έως το D.

Όσο περισσότερο ψηφιοποιείται η σχέση κράτους και πολίτη, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο πειρασμός να αντικαθιστούμε την κρίση με τη μέτρηση. Να λέμε ότι αφού το σύστημα υπολόγισε κάτι, άρα αυτό είναι και αντικειμενικά αληθινό. Όμως η αντικειμενικότητα ενός αποτελέσματος δεν προκύπτει επειδή το αποτέλεσμα εμφανίζεται στην οθόνη. Αν ένας αλγόριθμος βασίζεται σε λάθος δεδομένα, θα παράγει ένα λάθος αποτέλεσμα με εντυπωσιακή ακρίβεια.Ένας αλγόριθμος δεν ξεκινά ποτέ από το μηδέν και δεν κοιτάζει ποτέ την κοινωνία από έναν ουδέτερο ουρανό. Παίρνει τα δεδομένα που του δίνουμε, τις κατηγορίες που έχουμε επιλέξει και τις παραδοχές που έχουμε ενσωματώσει μέσα του. Είναι, λοιπόν, δεδομένο ότι μπορεί να είναι (biased). Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει προκατάληψη. Το ερώτημα είναι ποια προκατάληψη υπάρχει, ποιον επηρεάζει και ποιος έχει τη δύναμη να την αμφισβητήσει. Γιατί όταν η ανθρώπινη προκατάληψη περνά μέσα από έναν αλγόριθμο, αποκτά κάτι που προηγουμένως δεν είχε: την εμφάνιση της αντικειμενικότητας.

Και το επικίνδυνο δεν είναι ότι ο αλγόριθμος έχει προκατάληψη. Είναι ότι μπορεί να της δώσει διάρκεια, κλίμακα και την επίφαση της αντικειμενικότητας.

Και αυτό ίσως είναι το πιο επικίνδυνο χαρακτηριστικό της αλγοριθμικής εξουσίας.

Το λάθος της δεν μοιάζει με λάθος. Έρχεται με αριθμούς, ποσοστά, πίνακες και τεχνική ορολογία. Έρχεται με την ψυχραιμία μιας μηχανής. Και ακριβώς γι αυτό μπορεί να είναι δυσκολότερο να αμφισβητηθεί.

Ο πολίτης όμως δεν πρέπει να βρίσκεται απέναντι σε μια απόφαση που απαντά απλώς ότι έτσι έβγαλε το σύστημα. Γιατί πίσω από το σύστημα υπάρχει κάποιος που το σχεδίασε, κάποιος που επέλεξε τα δεδομένα, κάποιος που όρισε τους κανόνες και κάποιος που πρέπει τελικά να αναλάβει την ευθύνη.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία της συζήτησης. Δεν πρέπει να ρωτάμε μόνο αν ένας αλγόριθμος είναι ακριβής. Πρέπει να ρωτάμε αν είναι δίκαιος. Δεν πρέπει να εξετάζουμε μόνο αν λειτουργεί. Πρέπει να εξετάζουμε ποιον ευνοεί, ποιον αποκλείει και ποιο κοινωνικό κόστος δημιουργεί όταν κάνει λάθος. Γιατί η αδικία δεν γίνεται δικαιοσύνη επειδή υπολογίζεται με δεκαδικά ψηφία. Ούτε η ανισότητα γίνεται ουδέτερη επειδή περνά μέσα από έναν υπολογιστή.

Η μηχανή πρέπει να μπορεί να εξηγηθεί

Πίσω από κάθε βαθμολογία υπάρχει ένας αλγόριθμος. Και πίσω από κάθε αλγόριθμο υπάρχουν επιλογές. Ποια δεδομένα χρησιμοποιούνται; Ποια αποκλείονται; Πόσο βάρος έχει το καθένα; Ποιο θεωρείται σημαντικό; Ποιο θεωρείται ασήμαντο; Ποιος αποφάσισε αυτά τα κριτήρια; Και ποιος ελέγχει αν είναι δίκαια;

Αυτά δεν είναι απλά τεχνικές λεπτομέρειες. Είναι πολιτικές αποφάσεις.

Αν ένας αλγόριθμος θεωρεί ότι μια συγκεκριμένη οικονομική συμπεριφορά αυξάνει τον κίνδυνο, κάποιος πρέπει να έχει αποφασίσει ότι αυτή η συμπεριφορά έχει αυτή τη σημασία. Αν ένα μοντέλο αποδίδει μεγαλύτερη βαρύτητα στο εισόδημα, κάποιος πρέπει να έχει επιλέξει αυτή τη μεταβλητή. Αν ένα σύστημα αποκλείει έναν πολίτη από μια δυνατότητα, κάποιος πρέπει να είναι σε θέση να εξηγήσει γιατί.

Η περίφημη λογική του μαύρου κουτιού της τεχνολογίας δεν μπορεί να γίνει μαύρη τρύπα της δημοκρατικής λογοδοσίας. Ο πολίτης έχει δικαίωμα να γνωρίζει όχι απαραίτητα κάθε γραμμή κώδικα, αλλά τη λογική που καθορίζει μια απόφαση που επηρεάζει ουσιαστικά τη ζωή του. Και κυρίως πρέπει να υπάρχει κάποιος που να μπορεί να πει ότι έγινε λάθος, να το διορθώσει και να αναλάβει την ευθύνη.

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η τεχνολογία συναντά τη δημοκρατία.

Η φτώχεια δεν πρέπει να γίνεται ψηφιακό χαρακτηριστικό

Υπάρχει όμως και μια κοινωνική διάσταση που συχνά χάνεται πίσω από τις τεχνικές συζητήσεις. Η πιστοληπτική ικανότητα δεν είναι άσχετη με την κοινωνική θέση. Ένας άνθρωπος με υψηλό εισόδημα έχει μεγαλύτερες δυνατότητες να απορροφήσει μια προσωρινή οικονομική κρίση. Ένας χαμηλόμισθος, ένας άνεργος ή ένας μικρός επαγγελματίας έχει πολύ μικρότερο περιθώριο.

Το ίδιο γεγονός μπορεί επομένως να έχει εντελώς διαφορετική σημασία για δύο ανθρώπους. Και αν το σύστημα βλέπει μόνο τη στατιστική πιθανότητα αθέτησης, υπάρχει κίνδυνος να αντιμετωπίζει την οικονομική ευαλωτότητα ως προσωπική αναξιοπιστία.

Τότε η τεχνολογία δεν διορθώνει την κοινωνική ανισότητα. ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΙ!

Και αν η καταγραφή αυτή επηρεάζει στη συνέχεια την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, μπορεί να την ενισχύσει. Ο άνθρωπος με τη μεγαλύτερη ανάγκη μπορεί να θεωρηθεί ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος μπορεί να πάρει ακριβότερη χρηματοδότηση ή να αποκλειστεί από αυτήν. Και ο αποκλεισμός μπορεί να επιδεινώσει ακριβώς εκείνη την οικονομική κατάσταση που προκάλεσε τη χαμηλή αξιολόγηση.

Εδώ η πολιτική δεν πρέπει να αφήσει τον αλγόριθμο μόνο του. Γιατί ένας αλγόριθμος μπορεί να είναι εξαιρετικά καλός στο να προβλέπει τη συμπεριφορά και ταυτόχρονα εξαιρετικά αδιάφορος απέναντι στο κοινωνικό κόστος της πρόβλεψής του.

Η συγκατάθεση δεν αρκεί αν η επιλογή είναι εικονική

Υπάρχει και το ζήτημα της συγκατάθεσης. Το θεσμικό πλαίσιο προβλέπει διαδικασίες συναίνεσης και άσκησης δικαιωμάτων στο πλαίσιο της πιστοληπτικής βαθμολόγησης. Όμως η δημοκρατία δεν πρέπει να αρκείται στην τυπική ύπαρξη ενός κουμπιού που γράφει αποδέχομαι. (CONSENT)

Η πραγματική ελευθερία επιλογής κρίνεται από το τι συμβαίνει όταν κάποιος αρνείται.

Αν η άρνηση σημαίνει ότι δεν μπορεί να αποκτήσει μια συγκεκριμένη χρηματοδοτική υπηρεσία, τότε η επιλογή εξακολουθεί να είναι νομικά ελεύθερη αλλά μπορεί να είναι οικονομικά εξαναγκασμένη. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αίτημα για πιστωτική αξιολόγηση είναι καταχρηστικό. Σημαίνει ότι η έννοια της συναίνεσης πρέπει να αντιμετωπίζεται με ουσιαστικό και όχι τυπικό τρόπο.

Σε μια κοινωνία όπου ολοένα περισσότερες υπηρεσίες περνούν μέσα από ψηφιακά συστήματα, η άρνηση συμμετοχής σε ένα σύστημα αξιολόγησης δεν πρέπει να μετατρέπεται εύκολα σε αποκλεισμό από την οικονομική και κοινωνική ζωή.

Η Ευρώπη έχει ήδη θέσει ένα όριο.

Η ευρωπαϊκή έννομη τάξη δεν αντιμετωπίζει την αλγοριθμική αξιολόγηση ως κάτι απαγορευμένο συλλήβδην. Αναγνωρίζει ότι η αυτοματοποιημένη επεξεργασία μπορεί να είναι χρήσιμη, αλλά απαιτεί εγγυήσεις απέναντι σε αποφάσεις που παράγονται αποκλειστικά αυτοματοποιημένα και μπορούν να έχουν σημαντικές συνέπειες για τον άνθρωπο.

Το άρθρο 22 του GDPR κατοχυρώνει, ως γενικό κανόνα, το δικαίωμα του πολίτη να μην υπόκειται σε απόφαση που βασίζεται αποκλειστικά σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία των δεδομένων του, όταν αυτή παράγει έννομα αποτελέσματα ή τον επηρεάζει σημαντικά. Όταν εφαρμόζονται οι προβλεπόμενες εξαιρέσεις, απαιτούνται κατάλληλες εγγυήσεις, μεταξύ άλλων η ανθρώπινη παρέμβαση, η δυνατότητα έκφρασης άποψης και η δυνατότητα αμφισβήτησης της απόφασης.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το AI Act. Η Ευρωπαϊκή Ένωση απαγορεύει ορισμένες μορφές κοινωνικής βαθμολόγησης, ιδίως όταν άνθρωποι αξιολογούνται με βάση κοινωνική συμπεριφορά ή προσωπικά χαρακτηριστικά και η βαθμολογία οδηγεί σε δυσμενή μεταχείριση σε άσχετα κοινωνικά πλαίσια ή σε δυσανάλογες συνέπειες.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε πιστοληπτική αξιολόγηση είναι κοινωνική βαθμολόγηση κατά την έννοια του AI Act. Και αυτή ακριβώς η διάκριση κάνει την ελληνική συζήτηση πιο σοβαρή.

Δεν χρειάζεται να ισχυριστούμε ότι η Ελλάδα δημιούργησε ένα κινεζικού τύπου κοινωνικό σκορ. Δεν είναι αυτό το ζήτημα.

Το ζήτημα είναι να εξασφαλίσουμε ότι μια νόμιμη και συγκεκριμένη πιστοληπτική αξιολόγηση θα παραμείνει πιστοληπτική αξιολόγηση και δεν θα εξελιχθεί σε γενικό μηχανισμό αξιολόγησης του πολίτη.

Και ποιος ελέγχει τον ελεγκτή;

Εδώ επιστρέφουμε στο αρχικό ερώτημα.

Ποιος αξιολογεί αυτόν που αξιολογεί;

Ο πολίτης θα αξιολογείται ως προς την πιστοληπτική του ικανότητα. Όταν αυτό είναι αναγκαίο και νόμιμο, μπορεί να είναι απολύτως θεμιτό. Ποιος αξιολογεί όμως την ακρίβεια των δεδομένων; Ποιος ελέγχει τη μεθοδολογία; Ποιος ελέγχει αν ένα κριτήριο δημιουργεί συστηματική αδικία; Ποιος εξετάζει αν ένα λάθος διορθώνεται γρήγορα;

Ποιος ελέγχει αν μια βαθμολογία χρησιμοποιείται μόνο για τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε; Και κυρίως, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη όταν η μηχανή κάνει λάθος;

Αυτό είναι το πραγματικό τεστ.

Γιατί η ψηφιακή διακυβέρνηση έχει νόημα μόνο όταν αυξάνει ταυτόχρονα την αποτελεσματικότητα του κράτους και την προστασία του πολίτη. Αν αυξάνει μόνο την πρώτη, τότε έχουμε απλώς ένα αποτελεσματικότερο κράτος. Όχι κατ ανάγκη ένα δημοκρατικότερο κράτος.

Η δημοκρατία ομως δεν είναι αλγόριθμος.Ούτε ο αλγόριθμος το όπλο συμμόρφωσης.

Υπάρχει ένας πειρασμός στην εποχή μας να πιστέψουμε ότι κάθε πρόβλημα που είναι δύσκολο να λυθεί πολιτικά μπορεί να λυθεί τεχνικά. Να αφήσουμε έναν αλγόριθμο να αποφασίσει επειδή ο αλγόριθμος φαίνεται αντικειμενικός. Να αντικαταστήσουμε τη δύσκολη πολιτική κρίση με έναν εύκολο αριθμό.

Όμως η δημοκρατία δεν λειτουργεί έτσι.

Η δημοκρατία δεν είναι απλώς αποτελεσματικότητα. Είναι διαδικασία. Είναι δυνατότητα αμφισβήτησης. Είναι δικαίωμα στην ένσταση. Είναι διαφάνεια. Είναι ευθύνη. Είναι η δυνατότητα του πολίτη να πει ότι το κράτος έκανε λάθος και να έχει πραγματικό τρόπο να το αποδείξει.

Γι αυτό και η ψηφιοποίηση του κράτους δεν πρέπει να μετριέται μόνο από το πόσες υπηρεσίες έγιναν ηλεκτρονικές ή από το πόσο γρήγορα εκδίδεται μια απόφαση. Το πραγματικό μέτρο είναι άλλο.

Έγινε ο πολίτης ισχυρότερος απέναντι στο κράτος ή απλώς έγινε το κράτος ισχυρότερο απέναντι στον πολίτη;

Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να μας απασχολεί . Το μέτρο παρουσιάζεται ως εργαλείο διαφάνειας και προστασίας της οικονομικής αξιοπιστίας. Είναι όμως πράγματι έτσι; Ή μήπως πίσω από τη ρητορική της διαφάνειας δημιουργείται ένας μηχανισμός ψηφιακής κατηγοριοποίησης των πολιτών, όπου η οικονομική αδυναμία αρχίζει να μεταφράζεται σε ένδειξη αναξιοπιστίας και η φτώχεια σε ύποπτη συμπεριφορά;

Το κράτος πρέπει να γνωρίζει, αλλά πρέπει και να εξηγεί

Δεν χρειάζεται να φοβόμαστε την τεχνολογία. Χρειάζεται να φοβόμαστε την τεχνολογία χωρίς κανόνες.

Ένα ψηφιακό κράτος μπορεί να είναι καλύτερο κράτος. Μπορεί να μειώσει τη γραφειοκρατία, να περιορίσει τη διαφθορά, να κάνει τις υπηρεσίες ταχύτερες και να βοηθήσει εκείνον που μέχρι σήμερα αποκλειόταν επειδή δεν είχε επαρκές ιστορικό.

Αλλά όλα αυτά προϋποθέτουν κάτι που δεν μπορεί να αυτοματοποιηθεί.

Δημοκρατική λογοδοσία.

Κάθε σύστημα που αξιολογεί ανθρώπους πρέπει να μπορεί να ελεγχθεί. Κάθε απόφαση που έχει σοβαρές συνέπειες πρέπει να μπορεί να αμφισβητηθεί. Κάθε δεδομένο πρέπει να έχει συγκεκριμένο σκοπό. Κάθε λάθος πρέπει να έχει δρόμο διόρθωσης. Και κάθε εξουσία πρέπει να έχει απέναντί της θεσμούς ικανούς να την περιορίσουν.

Γιατί το κράτος δεν είναι δημοκρατικό επειδή διαθέτει περισσότερα δεδομένα. Είναι δημοκρατικό όταν ο πολίτης, ακόμη και απέναντι στον πιο ισχυρό ψηφιακό μηχανισμό του, εξακολουθεί να έχει φωνή.

Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να σταματήσουμε την ψηφιοποίηση. Είναι να αποφασίσουμε ποια δημοκρατία θέλουμε να χτίσουμε μέσα από αυτήν.

Ένα κράτος που χρησιμοποιεί την τεχνολογία για να κατανοεί καλύτερα τον πολίτη, να τον προστατεύει και να του παρέχει καλύτερες υπηρεσίες.

Ή ένα κράτος που χρησιμοποιεί την τεχνολογία για να κάνει τον πολίτη όλο και πιο προβλέψιμο, όλο και πιο μετρήσιμο και τελικά όλο και πιο εύκολα κατατάξιμο.

Η διαφορά ανάμεσα στα δύο δεν βρίσκεται στον αλγόριθμο.

Βρίσκεται στους θεσμούς.

Βρίσκεται στη διαφάνεια.

Βρίσκεται στην αναλογικότητα.

Βρίσκεται στη δυνατότητα αμφισβήτησης.

Βρίσκεται στην ανθρώπινη ευθύνη.

Και τελικά βρίσκεται σε μια παλιά δημοκρατική αρχή που δεν γίνεται λιγότερο σημαντική επειδή η εποχή μας έγινε ψηφιακή.

Ο πολίτης μπορεί να λογοδοτεί στο κράτος. Το κράτος όμως πρέπει πάντοτε να λογοδοτεί στον πολίτη.

Γι αυτό το κρίσιμο ερώτημα απέναντι στη νέα πιστοληπτική βαθμολόγηση δεν είναι αν η τεχνολογία μπορεί να μας βαθμολογήσει.

Μπορεί!!

Το ερώτημα είναι αν εμείς μπορούμε να βαθμολογήσουμε την τεχνολογία που μας βαθμολογεί.

Αν μπορούμε να τη δούμε.

Να τη ρωτήσουμε.

Να τη διορθώσουμε.

Να την αμφισβητήσουμε.

Και, όταν χρειάζεται, να της πούμε όχι.

Γιατί το όριο της ψηφιακής δημοκρατίας δεν είναι το πόσο ισχυρή μπορεί να γίνει η μηχανή.

Είναι το πόσο ισχυρός παραμένει ο άνθρωπος απέναντί της.

Το κράτος υπάρχει για να υπηρετεί τον πολίτη. Η τεχνολογία υπάρχει για να υπηρετεί το κράτος και την κοινωνία. Κανένα από τα δύο δεν μπορεί να γίνει υπεράνω ελέγχου.

Και γι αυτό, πριν αρχίσουμε να ρωτάμε ποιο είναι το δικό μας σκορ, υπάρχει ένα πολύ πιο σημαντικό ερώτημα που οφείλουμε να θέσουμε στην ίδια την εξουσία:

Ποιο είναι το δικό της σκορ λογοδοσίας;

Σημείωση

Το κείμενο αυτό δεν είναι ενάντια στην ψηφιοποίηση, ούτε στην είσπραξη των νόμιμων οφειλών. Είναι υπέρ ενός απλού κανόνα: ό,τι μας αξιολογεί, πρέπει πρώτα να μπορούμε να το δούμε, να το ελέγξουμε και να του πούμε όχι. Αυτό δεν είναι καχυποψία απέναντι στο κράτος. Είναι η ίδια η προϋπόθεση για να το εμπιστευόμαστε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *