Το μυθιστόρημά του «Μηχανές σαν κι εμένα» μόλις κυκλοφόρησε σε μετάφραση Κατερίνας Σχινά - Ο συγγραφέας μιλάει για τα μεγάλα θέματα που τον απασχολούν στις σελίδες του, σε μια εποχή θεαματικής ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης και εισβολής της σε όλα τα επίπεδα της ζωής

Ο βραβευμένος και πολυδιαβασμένος Βρετανός συγγραφέας Ίαν Μακγιούαν (Ian McEwan) βρέθηκε την Τρίτη 1η Οκτωβρίου στην Αθήνα (η δεύτερη επίσκεψή του στην Ελλάδα), προσκεκλημένος του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος, όπου και έδωσε μια διάλεξη με θέμα «Ο εαυτός στη λογοτεχνία», στο πλαίσιο της καθιερωμένης σειράς διαλέξεων Kimon Friar. Το μυθιστόρημά του «Μηχανές σαν κι εμένα» μόλις κυκλοφόρησε σε μετάφραση Κατερίνας Σχινά από τις εκδόσεις Πατάκη και στη συνέντευξη την οποία παραχώρησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο συγγραφέας μιλάει για τα μεγάλα θέματα που τον απασχολούν στις σελίδες του, σε μια εποχή θεαματικής ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης και εισβολής της σε όλα τα επίπεδα της ζωής: από τις μεγάλες εταιρείες και τα αυτόνομα αυτοκίνητα μέχρι τις απειράριθμες ανάγκες της καθημερινότητας.

Ο Μακγιούαν κέρδισε το 1987 το Whitbread Award και έξι χρόνια μετά το Prix Femina Étranger για το μυθιστόρημά του «Χαμένο παιδί». Τρία μυθιστορήματά του συμπεριλήφθηκαν στις τελικές υποψηφιότητες για το βραβείο Booker, το οποίο τελικά κέρδισε το 1998 για το «Άμστερνταμ». Το 2008, οι βρετανικοί Τimes τον συμπεριέλαβαν στη λίστα με τους «πενήντα σπουδαιότερους Βρετανούς συγγραφείς από το 1945» ενώ η Daily Telegraph τον κατέταξε δέκατο ένατο στον κατάλογο με τους «100 πιο ισχυρούς ανθρώπους στον βρετανικό πολιτισμό».

Ο μυθοπλαστικός κόσμος τού «Μηχανές σαν κι εμάς» δεν είναι ακριβώς ίδιος με τον δικό μας, μολονότι του μοιάζει αρκετά. Δυο εραστές καλούνται να υποστούν μια δοκιμασία που υπερβαίνει τα όρια της κατανόησης και της αντοχής τους ενώ η δράση εκτυλίσσεται στο Λονδίνο της δεκαετίας του 1980, αλλά με πολύ διαφορετική την ιστορική εικόνα εκείνων των ημερών.

Ακολουθεί η συνέντευξη του Ίαν Μακγιούαν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

ΕΡ: Μιλώντας για το πρόσφατο μυθιστόρημά σας, το «Μηχανές σαν κι εμένα», που κυκλοφόρησε φέτος στην Αγγλία, και λίγους μόνο μήνες μετά μεταφράστηκε στα ελληνικά, θα λέγατε ότι ισχύει αυτό που γράφτηκε στον "Guardian", ότι δηλαδή πρόκειται για μια δυστοπία με ανθρωποειδή ρομπότ;

ΑΠ: Όχι καθόλου, ο όρος «δυστοπία» είναι κάπως απλοϊκός για μένα. Εκείνο που θέλω να διερευνήσω στο μυθιστόρημά μου είναι οι δυνατότητές μας με την τεχνητή νοημοσύνη, η οποία είναι πιθανόν να αποδειχθεί πιο έξυπνη από εμάς. Και κάτι τέτοιο έχει οπωσδήποτε να κάνει και με τη σταθερότητά μας, με την ικανότητά μας με άλλα λόγια να δώσουμε προοπτική στην τεχνητή ευφυΐα, καταλαβαίνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο καλύτερα τον εαυτό μας. Είναι μια πρόκληση κι ένα κάλεσμα να πάμε πέρα από τη λογική της Μαίρης Σέλλεϋ, που έβλεπε στη μηχανή και την κατασκευή ένα τέρας με επικίνδυνες, αν όχι και καταστροφικές δυνάμεις. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, βλέπω ένα μέλλον ανοιχτό μπροστά μας κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να ψάξουμε επισταμένως.

ΕΡ: Ποια είναι η σχέση η οποία προκύπτει από τη συνάντηση του ανθρώπου με τη μηχανή;

ΑΠ: Το θέμα με τον κεντρικό ήρωα και αφηγητή του βιβλίου, τον Τσάρλι, είναι πως βρίσκεται απέναντι σε μια μηχανή, τον Άνταμ, ο οποίος νιώθει και συμπεριφέρεται σαν άνθρωπος. Ο Τσάρλι ξέρει πως ο Άνταμ είναι μηχανή, μια μηχανή που προσποιείται τον πόνο και την αγάπη, μια μηχανή που είναι υποχρεωμένος να παρακολουθήσει την πρόοδό της, όπως κι εκείνη, από την πλευρά, ξέρει πως χρειάζεται να κατανοήσει τι ακριβώς εκπροσωπεί η ίδια, καθώς και με ποιον τρόπο την αντιμετωπίζουν και τη μεταχειρίζονται οι άλλοι. Αν, ωστόσο, δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο μηχανικό και το ανθρώπινο, τότε η μηχανή πλησιάζει τον άνθρωπο κι όταν ο Τσάρλι πιάνει τον εαυτό του να ζηλεύει τον Άνταμ λόγω της σεξουαλικής του επαφής με τη Μιράντα, την ερωμένη του, αισθάνεται ζήλεια.

Κι η ζήλεια αποτελεί τεκμήριο για την ανθρωπινότητα του αντίπαλου ρομπότ, για την ανθρώπινη συνείδηση και προδιάθεσή του. Το πρώτιστο θέμα του βιβλίου είναι το ότι αυτή τη συζήτηση την οποία κάνουμε σήμερα δεν θα μπορούσαμε να την κάνουμε προ δεκαετίας. Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της τεχνολογικής υποδομής μας βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη: από τη χρησιμοποίησή της στις μεγάλες εταιρείες μέχρι την εισβολή της στην καθημερινή ζωή. Ο σύγχρονος πολιτισμός βρίσκεται μπροστά σε κρίσιμες ηθικές αποφάσεις γιατί έχει φτάσει σε ένα κομβικό σημείο - στο σημείο όπου δεν γνωρίζουμε αν ένα αυτόνομο όχημα, ένα αυτοκίνητο που το κυβερνά υπολογιστής, έχει σκοπό να προστατέψει τη ζωή του οδηγού ή του πεζού. Κι ας έχουμε υπόψη πως από το πεδίο της στρατιωτικής τεχνολογικής έρευνας μπορεί να προέλθουν μηχανές ικανές για φονικές πράξεις. Απέχουμε πολύ από μια εποχή με ρομπότ όπως ο Άνταμ. Ο Άνταμ, όμως, αποτελεί μια μεταφορά για όλα αυτά και το βιβλίο μου εναντιώνεται σε εκτροπές της τεχνολογίας όπως οι στρατιωτικές.

ΕΡ: Μολονότι ο αφηγηματικός χρόνος του μυθιστορήματος επιστρέφει στο παρελθόν, και συγκεκριμένα στο 1982, τα ιστορικά γεγονότα είναι διαφορετικά: η Αγγλία έχει χάσει τον πόλεμο των Φόκλαντ, το Διαδίκτυο είναι ήδη παρόν κι ο Άλαν Τιούρινγκ, ο πατέρας της επιστήμης των υπολογιστών, είναι ζωντανός και ακμαίος. Τι σημαίνει αυτό το εναλλακτικό ιστορικό σκηνικό;

ΑΠ: Στην πραγματικότητα η ιδέα για το «Μηχανές σαν κι εμένα» ξεκίνησε από τον Τιούρινγκ, που πέθανε το 1954. Ήθελα να είναι κατά τη δεκαετία του 1980 ζωντανός και ακμαίος, ήθελα να είναι όχι πολύ μεγάλος ακόμη σε ηλικία και όχι ιδιαιτέρως τρελός. Το παράδειγμα του Τιούρινγκ μάς λέει ότι δεν υπάρχει τίποτε αδήριτο στην ιστορία της επιστήμης. Πολλά θα μπορούσε να έχουν εξελιχθεί διαφορετικά, πολλά θα μπορούσε να έχουν πεθάνει, όπως και πολλά θα μπορούσε να έχουν ανθοφορήσει με έναν εντελώς απρόβλεπτο τρόπο. Τι αποκλείει να είχαμε έναν άλλο Μεσαίωνα και μιαν άλλη χριστιανοσύνη; Κανένα από τα δεδομένα του παρόντος δεν αναγκάστηκε να ακολουθήσει μια προκαθορισμένη πορεία και διαδρομή. Τα μυθιστορήματα αυτό κάνουν, άλλωστε: επινοούν και προβάλλουν μια διαφορετική προοπτική, μιαν άλλη πραγματικότητα. Και υπό αυτή την έννοια το βιβλίο μου αγγίζει και τη σύγχρονη βρετανική πραγματικότητα.

ΕΡ: Εννοείτε την πολιτική βρετανική πραγματικότητα.

ΑΠ: Το θεωρώ θεμελιωδώς βλακώδες να φύγει η Βρετανία από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά φοβάμαι πως τίποτε δεν είναι εύκολο να λυθεί στις εμφυλιακές συνθήκες που ζούμε. Ακόμα και στην περίπτωση ενός δεύτερου δημοψηφίσματος θα έπρεπε να υπάρχει ένα ισχυρό αποτέλεσμα και κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται. Είμαστε εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην κοινοβουλευτική και τη δημοψηφισματική δημοκρατία και η έλλειψη Συντάγματος δεν βοηθάει.

ΕΡ: Τι συμβαίνει, για να επιστρέψουμε στη λογοτεχνική σας δουλειά, με το ερωτικό τρίγωνο που πρωταγωνιστεί στις σελίδες του βιβλίου σας;

ΑΠ: Ο Τσάρλι έχει δώσει πολλά λεφτά για να αποκτήσει τον Άνταμ και στην αρχή προσπαθεί να τον ελέγξει και να τον ποδηγετήσει. Εν συνεχεία μοιάζει να τον αποδέχεται, παρατηρώντας μια σημαντική αλλαγή στη σχέση του με τη μηχανή. Από την άλλη πλευρά, είναι πράγματι ερωτευμένος ο Άνταμ με τη Μιράντα; Μπορεί, όντας ρομπότ, στ' αλήθεια να αγαπήσει; Πρόκειται για μια γραμμή εξέλιξης των λογοτεχνικών ηρώων την οποία με ενδιαφέρει σε απόλυτους όρους να δείξω στον αναγνώστη, εμπλέκοντας, όσο μπορώ, και τον ίδιο στη διαδικασία.

ΕΡ: Μιλώντας για τα αφηγηματικά σας πρόσωπα, πιστεύετε πως είναι ηθικά αμφίσημα, κάπως διφορούμενα ενδεχομένως;

ΑΠ: Το ηθικό ζήτημα είναι στην καρδιά του βιβλίου. Η Μιράντα θέλει να πάρει εκδίκηση και λέει ψέματα στο δικαστήριο για έναν βιασμό. Ο Άνταμ, πάλι, υιοθετεί μιαν άλλη ηθική στάση. Δεν έχει κανένα ζήτημα με τη διατήρηση και την υπεράσπιση της ηθικής σταθερότητας, αλλά και δεν είναι σε θέση να νιώσει πως υπάρχει κάτι που να τον αγγίζει, κάτι έτοιμο να του προκαλέσει την ανάγκη για βαθύτερη επαφή. Και τι γίνεται όταν δεν μπορεί κανείς να διδάξει σε μια μηχανή την τεχνική να λέει ψέματα; Τι γίνεται όταν η μηχανή δεν μπορεί να εννοήσει τα συναισθήματα και τις αιτίες που οδηγούν στο ανθρώπινο ψέμα; Αυτός είναι, θα έλεγα, ο πυρήνας του μυθιστορηματικού μου προβληματισμού.