«Ο Γιώργος Μοσχίδης είναι ο μοιραίος. Ο ηθοποιός με τον οποίο έχω παίξει τα περισσότερα ντουέτα. Ξέρουμε ο ένας την ανάσα του άλλου από απόσταση. Εχουμε κοινούς υποκριτικούς κώδικες, είναι φίλος. Γνωριστήκαμε στο Θέατρο Τέχνης του Κουν. Παίξαμε μαζί στους “Ορνιθες” του Αριστοφάνη και στον “Αρτούρο Ουί” του Μπρεχτ. Στο Εθνικό πριν από 17 χρόνια συναντηθήκαμε στον “Ρινόκερο”, ενώ στο ελεύθερο θέατρο τελευταία φορά στο “Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν”. Είναι σπουδαίος καρατερίστας - ρολίστας ο Μοσχίδης, απαιτητικός, ιδιαίτερος. Είμαστε πάντα σε καλή σχέση και πάντα στα μαχαίρια. Πειραζόμαστε, καβγαδίζουμε, αυτή είναι και η ομορφιά της αληθινής σχέσης των ανθρώπων».

Δεν θα μπορούσε κανείς να σκιαγραφήσει καλύτερα τον σπουδαίο ηθοποιό που έφυγε παραμονή Χριστουγέννων, από τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο. Και αυτά τα λόγια ειπώθηκαν το 2014 με αφορμή την πρεμιέρα της παράστασης «Ενας άνθρωπος για όλες τις εποχές», του Ρόμπερτ Μπολτ που σκηνοθέτησε στο Εθνικό Θέατρο ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. Ο Μιχαλακόπουλος έπαιζε τον θρησκόληπτο Τόμας Μουρ, ο Μοσχίδης τον καρδινάλιο Γουίλις – ρόλο μικρό, αλλά ποτέ δεν τα μετρούσε έτσι. Σε εκείνη τη συζήτησή μας δύο ημέρες πριν από την πρεμιέρα της παράστασης, μιλούσε διαρκώς για τον Μοσχίδη.

Η συνύπαρξή τους στο καμαρίνι ή στις παρέες παλιότερα, ήταν μια εμπειρία για όσους ήταν μπροστά στα λεκτικά τους πειράγματα, τις σπινθηροβόλες ατάκες που εκτόξευαν ο ένας φίλος στο άλλον. Στην πρώτη κρατική σκηνή ο Γ. Μοσχίδης επέστρεψε παίζοντας στο δημοφιλές έργο του Ρόμπερτ Μπολτ για την Αγγλία του 16ου αιώνα, μια εποχή επώδυνων αλλαγών στην πολιτική, κοινωνική και θρησκευτική ζωή. Του άρεσε το κείμενο –«είναι πολιτικό» τόνιζε– μα πάνω απ’ όλα υπογράμμιζε πως το είχε υποσχεθεί στον Μιχαλακόπουλο. «Ο φίλος μου με έπεισε», έλεγε, θυμίζοντας πως απείχε πέντε χρόνια από τη σκηνή, κάνοντας συνάμα σαφές ότι θα είναι η τελευταία του φορά εκεί πάνω.

Του άρεσε το έργο, ότι έθιγε ζητήματα αξιών, θέματα συνείδησης, ακεραιότητας, νόμων, φαυλότητας, υποκρισίας. «Είναι δύσκολο να μείνεις ακέραιος, ιδιαίτερα όταν κυνηγιέσαι από όλες τις εξουσίες», είχε πει στο «Αθηνόραμα» για την παράσταση. «Ο Μουρ κυνηγιέται από τον βασιλιά, τη δικαστική εξουσία και από τη χειρότερη εξουσία, εκείνη της Εκκλησίας». Με την τελευταία δεν τα πήγαινε καλά. Στην ίδια συνέντευξη είχε πει: «Εμένα με έχουν καταραστεί γιατί έχω διαχωρίσει τη θέση μου. Είμαι για παράδειγμα υπέρ της καύσης των νεκρών. Υπάρχει μάλιστα ένας σύλλογος υπέρ της αποτέφρωσης, του οποίου είμαι μέλος. Θα πάρει λοιπόν την στάχτη μου η κόρη μου και θα την πετάξει. Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος από τον αέρα, τη φωτιά και το νερό…».

Αυτό που έκανε ξεχωριστό τον Γιώργο Μοσχίδη στο ελληνικό θέατρο εκτός από το ταλέντο του, ήταν το ήθος και η ευγένειά του. Ενας μοναδικός καρατερίστας, φλεγματικός, με υποδόριο χιούμορ που αυτοσαρκαζόταν, υμνούσε τους ερωτευμένους και τους ποιητές.

Ανήκε σε μια γενιά που θεωρούσε τίτλο τιμής τον χαρακτηρισμό καρατερίστας. «Από μικρή ηλικία έπαιζα τους καρατερίστες. Φορούσα περούκες, έκανα μακιγιάζ, μου έβαζαν ρυτίδες και έλεγα, θυμάμαι, τότε: «Δεν θα μεγαλώσω να γίνω καρατερίστας πραγματικός;». Πέρασαν τα χρόνια και οι ρυτίδες έγιναν φυσικές και τώρα λέω, «δεν θα μπορούσα να γυρίσω πίσω και να ξαναγίνω 20 ετών;» εξομολογήθηκε το 2008 σε συνέντευξή του στο «Βήμα».

Μιλούσε πάντα για τον έρωτα και το θέατρο. Για τις αλλαγές στο θέατρο θύμιζε ότι η γενιά του ανέβαινε σιγά σιγά και κυρίως δεν υποτιμούσε τους μικρούς ρόλους. Εχοντας ξεκινήσει από τα μπουλούκια, είχε πάντα να διηγηθεί ωραίες ιστορίες. Δεκαεπτά χρόνων εγκατέλειψε το σπίτι του για να ακολουθήσει ένα μπουλούκι που είδε στον Λαγκαδά. «Είχα ξαναδεί θέατρο με τους γονείς μου, Ουίλιαμ Σαίξπηρ από το Αρμα Θέσπιδος, το 1937» είχε πει στο «Αθηνόραμα». «Ημουν παιδί τότε κι απ’ ό,τι μου έλεγαν, μετά στο τέλος της παράστασης είχα σηκωθεί όρθιος, χειροκροτούσα και έστελνα φιλιά στην πρωταγωνίστρια. Δεν σκόπευα να γίνω ηθοποιός αλλά όταν έγινα δεν εγκατέλειψα ποτέ το θέατρο».

Η νεκρώσιμος ακολουθία θα τελεστεί στις 29/12, στις 11 το πρωί, στο Α΄ Νεκροταφείο. Η οικογένεια επιθυμεί αντί στεφάνων τα χρήματα να διατεθούν στα Παιδικά Χωριά SOS.

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

πηγή: kathimerini.gr