Η Γερμανίδα υψίφωνος Ζαμπίνε Χογκρέφε στον ρόλο της Νεωκόρισσας, και ο τενόρος Δημήτρης Πακσόγλου στον ρόλο του Στέβα.

 Στη δεύτερη πράξη της «Γενούφα», με το λευκό σκηνικό της περίκλειστης εστίας, η ένταση της όπερας του Γιάνατσεκ κλιμακώνεται. Είναι η πράξη που ξεδιπλώνονται οι μεγάλοι ρόλοι της Νεωκόρισσας, της Γενούφα, του Στέβα και του Λάτσε. Η όπερα του Λέος Γιάνατσεκ εντάχθηκε στο ρεπερτόριο της Λυρικής, για πρώτη φορά στην ιστορία της, και αυτή η ένταξη καταγράφηκε ήδη ως μια επιλογή σοφή και αναγκαία.

Για τη Λυρική Σκηνή η απόφαση να αρχίσει η σεζόν με Γιάνατσεκ, έναν συνθέτη που εκπροσωπεί την κεντροευρωπαϊκή νεωτερική μετάβαση στο γύρισμα προς τον 20ό αιώνα, ανταποκρίνεται εκ πρώτης όψεως σε δύο αιτήματα. Πρώτον, στην ανάγκη «αλλαγής κατηγορίας» της Λυρικής σε διεθνές επίπεδο, μέσα από τη διεύρυνση του ρεπερτορίου με έργα απαιτητικά, τόσο μουσικά όσο και εννοιολογικά, με έργα πυλώνες του δυτικού πολιτισμού, έργα νεωτερικά και συνεκτικά ως προς την προσέγγιση και κατανόηση της εξέλιξης της όπερας. Καλύπτονται, με καθυστέρηση ετών, τα κενά που παραδοσιακά η Λυρική άφηνε, από αδυναμία ή ατολμία να αναμετρηθεί με έργα «δύσκολα». Δεν είναι τυχαίο που τα εγκαίνια της αίθουσας Σταύρος Νιάρχος έγιναν με την «Ηλέκτρα» του Ρίχαρντ Στράους. Η κατεύθυνση είχε εξαρχής οριστεί.

Δεύτερον, η επιλογή της «Γενούφα» υπηρετεί και την εθνική αποστολή της Λυρικής. Αποστολή που περιλαμβάνει τόσο την παιδευτική διαδικασία για το κοινό όσο και την παροχή δυνατότητας στο δυναμικό των μονωδών, χορωδών και μουσικών να αναμετρηθούν με σημαντικές προκλήσεις. Πέραν όμως όλων αυτών, τίποτε δεν θα είχε ειδικό βάρος αν η ίδια η παραγωγή της «Γενούφα», παραγωγή με διεθνές εκτόπισμα, δεν ικανοποιούσε. Είναι από τις φορές που συγκλίνουν σε ένα γενικό θετικό αποτέλεσμα όλοι οι παράγοντες, από τη διεύθυνση ορχήστρας (Λουκάς Καρυτινός) και χορωδίας (Αγαθάγγελος Γεωργακάτος) ώς τη σκηνοθεσία της Νίκολα Ράαμπ και τα εξαιρετικά σκηνικά και κοστούμια του Γιώργου Σουγλίδη (δημιουργός, του οποίου η υψηλή αισθητική εκκινεί από πεδία γνώσης και καλλιέργειας).


Η Γερμανίδα υψίφωνος Ζαμπίνε Χογκρέφε στον ρόλο της Νεωκόρισσας, και ο τενόρος Δημήτρης Πακσόγλου στον ρόλο του Στέβα.
Μένει στη μνήμη, αλλά και στην ιστορία της Λυρικής, η συγκλονιστική ερμηνεία της Ζαμπίνε Χογκρέφε, στον ρόλο της Νεωκόρισσας, μια υψίφωνος με εντυπωσιακό αυτοέλεγχο, εσωτερική συγκίνηση, φλεγματική θεατρικότητα και γλώσσα σώματος που ήταν από μόνη της ένας παράλληλος ρόλος. Απέσπασε θύελλα χειροκροτημάτων. Η «Γενούφα», με θέμα που θυμίζει λαϊκή παραβολή, με ζητήματα κοινωνικής ιεράρχησης, οικογενειακής βίας, χειραγώγησης, υποτέλειας και ενοχής, διεκδίκησης και αγωνίας για την ελευθερία της αυτοδιάθεσης, φέρνει τον ήχο της νεωτερικότητας και τα δημώδη στοιχεία που ερευνούσε ο αντι-ακαδημαϊσμός. Η όποια λαϊκότητα είναι στυλιζαρισμένη αλλά ειλικρινής, όχι πηγαία αλλά λειτουργική (σαφέστατα είναι σε εκ διαμέτρου αντίθετη κατεύθυνση από την ιδεολογική χειραγώγηση που επιχείρησε το κείμενο της υπουργού Πολιτισμού στο πρόγραμμα της παράστασης. Το κοινό της Λυρικής δεν έχει ανάγκη από μαθήματα για τη συνύπαρξη των κοινωνικών τάξεων. Και το άνοιγμα στο μεγάλο κοινό το έχει κατακτήσει η Λυρική εδώ και χρόνια. Δεν περιμένει κρατικές νουθεσίες).

Σε κάθε περίπτωση, η «Γενούφα» προκάλεσε ευφορία στο κοινό, κυρίως σεβασμό απέναντι σε ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα υψηλού επιπέδου. Ο Δημήτρης Πακσόγλου εξακολουθεί και ανεβαίνει (η άνεσή του, πλέον, είναι ταυτόσημη της παρουσίας του). Η Σάρα-Τζέιν Μπράντον ως Γενούφα ήταν η τραγική φιγούρα που έπρεπε. Πολύ θερμή η φωνή του Φραν βαν Ακεν και εξαιρετικοί οι δευτερεύοντες ρόλοι (Ινές Ζήκου, Μαργαρίτα Συγγενιώτου, Αρτεμις Μπόγρη, Δημήτρης Κασιούμης κ.ά.).

​​ Επόμενες παραστάσεις: 19, 21, 24, 27/10 και 2/11.

Νίκος Βατόπουλος

πηγή: kathimerini.gr