Της Ευαγγελίας Βαϊοπούλου

Στην καθημερινότητα μας, όλοι οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε φράσεις για να περιγράψουμε κάποιες καταστάσεις αλλά δεν ξέρουμε ούτε ποιοι τις είπαν αλλά ούτε πως προέκυψαν. Μέσα από αυτό το άρθρο θα μάθουμε ποιος είναι επιτέλους αυτός ο Κουτρούλης και γιατί ο γάμος του έμεινε στην ιστορία; Τι είναι το πελεκούδι και γιατί καίγεται; Ποια είναι η Μιχαλού και είναι η μπέμπελη; Και πολλές ακόμα εκφράσεις που τις λέμε αλλά δεν ξέρουμε τι είναι.

«Χτύπα ξύλο» λέει ο ένας συνομιλητής στον άλλον όταν ο πρώτος μιλάει για κάτι άσχημο ή για θάνατο. Αυτή η φράση προέκυψε όταν κάποιος είπε κάτι κακό μέσα σε ένα δάσος και ο συνομιλητής του χτύπησε το δέντρο δηλαδή το ξύλο ώστε να βγει το καλό πνεύμα του δέντρου και να τους προστατεύσει από το κακό, μιας και στα παλιά χρονιά θεωρούσαν ότι τα καλά πνεύματα κατοικούν στα δέντρα.

«Θα καεί το πελεκούδι απόψε» λέει κάποιος σε μια παρέα εννοώντας ότι θα ανάψει πολύ γρήγορα το κέφι. Το πελεκούδι είναι ένα τρίμμα ξύλου, το οποίο μόλις πεταχτεί στη φωτιά καίγεται αμέσως.

«Έβγαλε τη μπέμπελη» είναι η φράση που χρησιμοποιείται για έναν άνθρωπο που ζεσταίνεται και ιδρώνει επειδή φορά πολλά ρούχα. Η μπέμπελη είναι η αρρώστια ιλαρά, η οποία για να γιατρευτεί έπρεπε κάποιος να φορά πολλά ρούχα για να ζεσταθεί και να ιδρώσει ώστε να «βγάλει» από πάνω του την αρρώστια.

«Έφαγε τον αγλέουρα» λέμε για κάποιον, ο οποίος έφαγε πολύ και νιώθει δυσφορία. Ο αγλέουρας είναι ένα φυτό με θεραπευτικές ικανότητες , το οποίο, όμως, δημιουργεί δυσφορία σε όποιον το χρησιμοποιεί.

«Έφαγε χυλόπιτα» λέμε για κάποιον, ο οποίος είναι ερωτευμένος αλλά η καλή του ή ο καλός της δεν νιώθουν το ίδιο για εκείνον. Η φράση προέκυψε από ένα γιατροσόφι του Παρθένη Νενίμου το οποίο περιλάμβανε ένα χυλό από σιτάρι και μπαχαρικά ψημένο στο φούρνο και λένε ότι γιάτρευε τον καημό τους.

«Αυτός χρωστάει της Μιχαλούς» λέμε για έναν άνθρωπο, ο οποίος χρωστάει σε πολύ κόσμο. Η φράση προέκυψε από μια γυναίκα του Ναυπλίου, τη Μιχαλού, η οποία ήταν ιδιοκτήτρια μιας ταβέρνας. Η Μιχαλού είχε το προτέρημα να δίνει «βερεσέ» αλλά με κάποια προθεσμία. Αν δεν την εξοφλούσαν σ’ αυτήν την προθεσμία, η Μιχαλού στόλιζε με πολλά κοσμητικά επίθετα τους οφειλέτες της και όσοι την άκουγαν καταλάβαιναν ότι κάποιος της χρωστούσε.

«Να μένει το βύσσινο» η φράση αυτή προέκυψε σ’ ένα καφενείο γύρω στο 1900. Ένας ψηφοφόρος έχοντος κατά νου να ζητήσει μια χάρη, ένα ρουσφέτι από ένα βουλευτή, που είχε πάει εκεί θέλησε να τον κεράσει ένα γλυκό βύσσινο. Ο βουλευτής, όμως, ο οποίος ήταν ακέραιος και δεν έκανε χάρες του απάντησε με τη φράση «να μένει το βύσσινο.»

«Δεν μύρισα τα νύχια μου» χρησιμοποιούμε αυτή τη φράση για να δείξουμε ότι αγνοούμε εντελώς ένα θέμα για το οποίο μας ρωτάει κάποιος. Η φράση αυτή προέκυψε κατά την αρχαιότητα, όπου κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων, οι πολίτες στοιχημάτιζαν για τον νικητή. Για να είναι σίγουροι για το αποτέλεσμα επισκέπτονταν τα κατά τόπους μαντεία και ζητούσαν από τους μάντεις απαντήσεις. Οι μάντεις βουτούσαν το χέρι τους μέσα σε δαφνέλαιο και το έφερναν στη μύτη τους. Έπειτα έπεφταν σε καταληψία και προφήτευαν τον νικητή του αγώνα.

«Κάποιος φούρνος θα γκρέμισε» λέμε για έναν άνθρωπο που έχουμε να δούμε πολύ καιρό και επιτέλους μας επισκέπτεται. Τα παλιά χρόνια, οι άνθρωποι στα χώρια μετρούσαν τα σπίτια τους ανάλογα με τους φούρνους που υπήρχαν μιας και κάθε σπίτι είχε το δικό του φούρνο. Όταν ένας νοικοκύρης πέθαινε, οι φίλοι έλεγαν ότι ο φούρνος του γκρεμίστηκε θέλοντας να τονίσουν ότι τώρα που πέθανε ο αρχηγός του σπιτιού, το σπίτι θα χανόταν.

«Του έψησε το ψάρι στα χείλη» λέμε για έναν άνθρωπο, ο οποίος περνάει καθημερινά βασανιστήρια. Συνήθως αναφέρεται σ’ έναν παντρεμένο άντρα ο οποίος κακοπερνάει στο γάμο του. Κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής στο Βυζάντιο, η νηστεία ήταν σημαντική για τους πιστούς. Στα μοναστήρια ήταν πολύ πιο αυστηρή. Όμως, κάποιοι καλόγεροι δεν άντεχαν και έτρωγαν κρυφά αυγά ή έπιναν γάλα. Μια μέρα, ένας καλόγερος, ο Μεθόδιος πιάστηκε να τηγανίζει ψάρια σε μια σπήλια κοντά στο μοναστήρι. Το συμβούλιο των Ηγουμένων τον καταδίκασε στην εξής τιμωρία: του γέμισαν το στόμα με αναμμένα κάρβουνα και έβαλαν πάνω στα χείλη του ένα ψάρι για να ψηθεί. Ο καλόγερος πέθανε μετά από λίγη ώρα με φοβερούς πόνους.

«Έγινε του Κουτρούλη ο γάμος» αυτή η φράση αναφέρεται σε ένα γεγονός το οποίο προκάλεσε εντύπωση και θόρυβο. Ο Ιωάννης Κουτρούλης, ο οποίος ζούσε στη Μεθώνη συγκατοίκησε με μια γυναίκα, η οποία είχε φύγει από το συζυγικό της σπίτι. Για τα δεδομένα εκείνης της εποχής και για ένα χωριό αυτό ήταν ένα τεράστιο σκάνδαλο το οποίο συζητιόταν για δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια. Τόσο κράτησαν τα βασανιστήρια του Κουτρούλη από τον πρώτο σύζυγο της γυναίκας, την οποία είχε αφορίσει ακόμη και η Εκκλησία.

Το 1394, ο Πατριάρχης Αντώνιος ο Δ’ αναγνώρισε το διαζύγιο που του παρουσίασε η αφορισθείσα γυναίκα, επικύρωσε το γάμο της ως διαλυμένο και έδωσε την συγκατάθεση του για να τελεστεί ο γάμος της με τον Κουτρούλη με την προϋπόθεση να αποδειχτεί ότι εκείνη και ο Κουτρούλης δεν είχαν καμία σχέση όσο εκείνη ήταν ακόμη παντρεμένη. Το αποτέλεσμα της έρευνας δεν έγινε ποτέ γνωστό, όμως ο γάμος έγινε οπότε υποθέτουμε ότι ο Κουτρούλης κρίθηκε αθώος. Έτσι δεκαεφτά χρόνια μετά τελέστηκε επιτέλους ο πολυπόθητος γάμος και έγινε ένα εξαιρετικό γλέντι σε πείσμα του πρώτου συζύγου και σε ανακούφιση του Κουτρούλη, ο οποίος μετά από όσα πέρασε, παντρεύτηκε την αγαπημένη του.

«Πίσω έχει η αχλάδα ην ουρά» λέμε για έναν άνθρωπο, ο οποίος έχει κρυφά σχέδια για μια κατάσταση. Η φράση προέκυψε από τον τρόπο που σχηματίζονταν τα καράβια στη μάχη. Το σχήμα που έπαιρναν έμοιαζε με ένα αχλάδι διότι στην αρχή ήταν δυο-δυο τα καράβια σε απόσταση και όσο προχωρούσε προς τα πίσω το σχήμα η απόσταση μεταξύ των δυο καραβιών μειωνόταν ώσπου κατέληγε σ’ ένα καράβι, το οποίο ονομαζόταν ουρά και ήταν το πιο επικίνδυνο από όλα. Έτσι κατά διάρκεια της πιθανής κατάρριψης των πρώτων καραβιών, οι πολεμιστές είχαν την ελπίδα ότι στο τέλος θα νικούσαν γιατί πίσω υπήρχε η ουρά της αχλάδας.
Αυτές ήταν ένα δείγμα από τις ιστορίες που υπάρχουν πίσω από τις παροιμιώδεις εκφράσεις, οι οποίες χάνονται στο πέρασμα του χρόνου και ίσως κάποιοι να μην τις μάθουν ποτέ. Εμείς μπορούμε να τις περάσουμε στην επόμενη γενιά με την ελπίδα ότι θα κάνουν κ εκείνοι το ίδιο στην επόμενη για να μη χαθεί τελείως αυτή η κληρονομιά.