Εμεινε στην Ιστορία ως η γυναίκα που έχτισε φωνητικά τον μύθο της ντίβας. Ωστόσο, πολύ προτού αφοσιωθεί στη διδασκαλία η ισπανίδα σοπράνο μεσουρανούσε στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα έχοντας αφήσει πίσω της μερικές εξαιρετικές ηχογραφήσεις


«Τέτοια φωνή δεν θα ξανακούσετε!» επέμεινε με πάθος η Ελβίρα ντε Ιντάλγκο θέλοντας να επιβάλει τη νεαρή Μαρία Καλογεροπούλου, μετέπειτα Κάλλας, στους καθηγητές του Ωδείου Αθηνών που φαίνονταν δύσπιστοι απέναντί της. Τελικά, η ισπανίδα σοπράνο τα κατάφερε. Ο θρύλος τη θέλει μάλιστα να εντυπωσιάζεται τόσο από τη 16χρονη – στα 1939 – μαθήτρια, ώστε πέρα από τη διδασκαλία της να αναλαμβάνει η ίδια και τα δίδακτρά της. 

Εκτοτε αναπτύχθηκε μεταξύ τους μια σχέση μοναδική αφού η Ντε Ιντάλγκο δεν έμελλε να γίνει απλώς ο άνθρωπος που «έχτισε» φωνητικά και τεχνικά τον μύθο της Κάλλας αλλά, κυριολεκτικά, η καλή νεράιδα και ο φύλακας-άγγελός της.


Ωστόσο, πέρα από δασκάλα της απόλυτης ντίβας του 20ού αιώνα, η ισπανίδα καλλιτέχνις  αξίζει μια ξεχωριστή θέση στο διεθνές μουσικό στερέωμα αφού υπήρξε μια από τις σημαντικότερες κολορατούρες υψιφώνους της μελοδραματικής ιστορίας. Κατά έναν περίεργο λόγο, τη στιγμή που για σύγχρονές της ερμηνεύτριες έχουν τυπωθεί τόμοι ολόκληροι, για την Ντε Ιντάλγκο έχουν γραφτεί ελάχιστα. 

Ο λόγος είναι ότι ίσως λίγα πράγματα σχετικά με τη ζωή και την καριέρα της έχουν διασωθεί. Ηταν άραγε οι κακές συγκυρίες που εξαφάνισαν τα τεκμήρια ή μήπως η ίδια, για προσωπικούς, αδιευκρίνιστους λόγους φρόντισε να μην αφήσει πίσω της ίχνη; Ωστόσο, το μυστήριο που καλύπτει τη ζωή της δίνει ξεχωριστή γοητεία στην καλλιτέχνιδα. Μέσα από αυτό το πρίσμα, το αρχείο του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη προβάλλει ως μια από τις σημαντικότερες πηγές τεκμηρίωσης αφού τόσο το «Ελεύθερον Βήμα» όσο και τα «Αθηναϊκά Νέα» κάλυψαν εκτενώς την ελληνική καριέρα της με ενθουσιώδεις κριτικές και προσωπικές της συνεντεύξεις…


Καλλονή της εποχής


Γεννημένη το 1892 στην Αραγονία της Ισπανίας, η Ελβίρα ντε Ιντάλγκο σπούδασε τραγούδι στη Βαρκελώνη και αργότερα στο Μιλάνο. Υπήρξε μαθήτρια του Μελχιόρε Βιντάλ, ο οποίος δίδαξε πολλούς σημαντικούς ισπανούς τραγουδιστές του Μεσοπολέμου. Τον Απρίλιο του 1908, σε ηλικία 16 μόλις ετών, έκανε το ντεμπούτο της στο φημισμένο θέατρο San Carlo της Νάπολι, ερμηνεύοντας τη Ροζίνα στον «Κουρέα της Σεβίλλης» του Ροσίνι και σημειώνοντας τεράστια επιτυχία. Ο ρόλος αυτός έμελλε να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους της καριέρας της. 

Μεταξύ άλλων, σε αυτόν θριάμβευσε το 1916 στη Σκάλα του Μιλάνου, σε εορταστική παράσταση για τα 100 χρόνια της όπερας. Η διεθνής καριέρα της – ως το 1932 που θέλησε να «περιορισθεί» στην Ελλάδα – την ταξίδεψε στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου: από το Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου και τη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης ως το Κολόν του Μπουένος Αϊρες. Καλλονή της εποχής της, γυναίκα γεμάτη χάρη, παρουσία με έντονο ταμπεραμέντο, η Ντε Ιντάλγκο αναδείχθηκε μία από τις σημαντικότερες ισπανίδες τραγουδίστριες του μελοδράματος. Σε αυτό βεβαίως συνέβαλε και η λαμπερή φωνή της, ένα σπάνιο όργανο, μεγάλης έκτασης και εντυπωσιακής ευελιξίας όπως μπορεί κανείς να διακρίνει στις ελάχιστες ηχογραφήσεις της που κυκλοφορούν στο εμπόριο – άριες από τις όπερες «Ντινόρα», «Τραβιάτα», «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», «Ο κουρέας της Σεβίλλης», «Πουριτανοί», «Υπνοβάτιδα», «Ντον Πασκουάλε» κ.ά., καθώς και ηχογραφήσεις τις οποίες έκανε στη διάρκεια της παραμονής της στην Ελλάδα, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνεται και ο λαοφιλής «Μπαρμπα-Γιάννης κανατάς».


Η ζωή στην Ελλάδα


Από την Ελλάδα πρωτοπέρασε κατά πάσα πιθανότητα στα 1919. Επέστρεψε στα 1930, καλεσμένη από το Ελληνικό Μελόδραμα, προκειμένου να πρωταγωνιστήσει στον «Ριγκολέτο», στην «Τραβιάτα» και στον «Κουρέα της Σεβίλλης», μαζί με τον τενόρο Πέτρο Επιτροπάκη και τον βαρύτονο Γιάννη Αγγελόπουλο. «Η Ισπανίς διάσημος καλλιτέχνις η οποία ύστερα από δέκα χρόνια μας επεσκέφθη για δευτέραν φοράν, είνε ίσως η μόνη εναπομείνασα τραγουδίστρια ενός είδους το οποίον όσο πάει και εκλείπει» γράφει ο Ιωάννης Ψαρούδας στις 2 Μαΐου 1930 στο «Ελεύθερον Βήμα». «Την κυρία de Hidalgo ευρήκαμε την περασμένη Τρίτη το βράδυ όταν μας επεσκέφθη για πρώτην φοράν» διαβάζουμε σε άλλο σημείο της κριτικής. «Η ίδια φρεσκάδα φωνής, η ίδια ευστροφία, το αυτό entrain και μπρίο εις τον ρόλον της Ροζίνας, ρόλον εις τον οποίον είνε τω όντι άφθαστος» συνεχίζει παρακάτω επισημαίνοντας ότι η καλλιτέχνις αποθεώθηκε από τον «ανθρώπινον χείμαρρον που κατέκλυσε τα "Ολύμπια"…».


Ακρως ενδιαφέρουσα και η συνέντευξη που παραχώρησε στα «Αθηναϊκά Νέα» με αφορμή την έναρξη της επόμενης μελοδραματικής περιόδου η οποία έγινε με τη συμμετοχή της. «Ευρίσκεται εις τας Αθήνας από πέντε ημερών και αρχίζει αύριον εις τα "Ολύμπια" με την "Τραβιάταν"» διαβάζουμε στην εισαγωγή. «Θα δώση επιπλέον την "Μανόν", τη "Λουτσία" και τον "Κουρέα της Σεβίλλης". Δηλαδή θα παραμείνη περί τας δύο εβδομάδας. Μετά τας Αθήνας θα μεταβή να δώσει παραστάσεις εις τας Πάτρας και εις τον Βόλον επισήμως προσκληθείσα υπό των δημάρχων των δύο τούτων πόλεων». 

Στη συνέντευξή της η Ντε Ιντάλγκο επισημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει σοβαρή μελοδραματική σεζόν εάν πρώτα δεν γίνει σοβαρή οργάνωση του μελοδράματος. Εκφράζει τον ενθουσιασμό της για το ελληνικό κοινό καθώς, σύμφωνα με την εκτίμησή της, είναι ίσως το μοναδικό διεθνώς που εξακολουθεί να συγκινείται σε τέτοιο βαθμό από το είδος. Οπουδήποτε αλλού λέει η διάθεση του κόσμου μεταπολεμικά ήταν πολύ διαφορετική από αυτήν που επικρατούσε προ του πολέμου. «Μόνον εις τας Αθήνας ο κόσμος εξακολουθεί να τρέφη την παλαιάν αγάπην για το μελόδραμα» έλεγε χαρακτηριστικά…


Το 1932 αποβιβάστηκε εκ νέου στην Αθήνα για να εγκατασταθεί – ως το 1948 – για «προσωπικούς λόγους» σύμφωνα με κάποιους ερευνητές. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι οι λόγοι αυτοί αφορούσαν στον έρωτά της για κάποιον Ελληνα, μουσικό επίσης. Κάτι τέτοιο, πάντως, δεν αποδείχθηκε ποτέ. Το σίγουρο είναι ότι η Ντε Ιντάλγκο έκανε την Ελλάδα δεύτερη πατρίδα της, μαθαίνοντας τη γλώσσα, κάνοντας φίλους, διδάσκοντας στους νέους τραγουδιστές τα μυστικά της τέχνης της… 

Στη χώρα μας επέλεξε να δώσει τις δύο τελευταίες της παραστάσεις με τον «Ριγκολέτο» και την «Τραβιάτα» στο Παλλάς, το 1937, προτού αποσυρθεί εντελώς και αφοσιωθεί αποκλειστικά στη διδασκαλία. Δύο χρόνια μετά, και ενώ η φήμη της ως μιας εξαιρετικής δασκάλας του τραγουδιού είχε πλέον εδραιωθεί στην Αθήνα, η Ευαγγελία Καλογεροπούλου, μητέρα της Μαρίας Κάλλας, θέλησε να αναλάβει την κόρη της. Και η ντροπαλή και αδέξια τότε μαθήτρια βρήκε στο πρόσωπό της όχι μόνο τη δασκάλα που είχε τόσο ανάγκη αλλά και μια δεύτερη μάνα την οποία μνημόνευε σταθερά στα χρόνια της δόξας της. Καθώς μάλιστα το 1939, κατά την ίδρυση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ο πρώτος της διευθυντής Κωστής Μπαστιάς επέλεξε την Ντε Ιντάλγκο ως καλλιτεχνική σύμβουλο για  τη στελέχωση του σώματος των μονωδών και των χορωδών, η ισπανίδα σοπράνο ήταν αυτή η οποία βοήθησε τη μαθήτριά της να προσληφθεί στον νεοσύστατο οργανισμό κάνοντας τα πρώτα της επαγγελματικά βήματα στην Αθήνα και μάλιστα σε ρόλους που ερμήνευσε λίγο ή καθόλου μετέπειτα, όταν πλέον είχε γίνει ήδη μύθος.


Με τα λόγια της Μαρίας…


Οπως η ίδια η Κάλλας έχει πει σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει το 1961 στους «Sunday Times», «η Ελβίρα ντε Ιντάλγκο ήταν μία μεγάλη τραγουδίστρια και της χρωστάω πολλά. Παρακολουθούσα τα μαθήματά της από το πρωί ως το βράδυ. (…) Μου φαινόταν αδιανόητο να μείνω σπίτι (…) Τη γνωριμία μου με τον Ντονιτσέτι και τον Μπελίνι (σ.σ.: συνθέτες με όπερες των οποίων θριάμβευσε επανειλημμένως) την οφείλω στην καθηγήτριά μου. (…) Οι καλές βάσεις είναι ουσιώδες εφόδιο, από αυτές εξαρτάται όλο το μέλλον ενός τραγουδιστή. Εγώ είχα την τύχη να μελετήσω με την Ελβίρα ντε Ιντάλγκο, που ανήκει στην παλαιά σχολή, και η οποία με έμαθε να εργάζομαι με έναν τρόπο που επιμένει στο αλάφρωμα της φωνής. (…) Υπάρχει και ένας άλλος λόγος για τον οποίο οφείλω ευγνωμοσύνη στην Ελβίρα ντε Ιντάλγκο: Μου δάνειζε παρτιτούρες σε μια εποχή που δεν είχα χρήματα για να τις αγοράσω. Τότε ήταν που έμαθα τη "Νόρμα" και την "Τζιοκόντα"… (σ.σ.: δύο πολύ σημαντικούς ρόλους του ρεπερτορίου της)».


Η  ντίβα δεν κουράστηκε ποτέ να αναφέρεται με ευγνωμοσύνη και αγάπη στη δασκάλα της, διατηρώντας μαζί της μια ζεστή σχέση. Αλλά και η δασκάλα, που με τόση σοφία και γενναιοδωρία «όπλισε» τη μαθήτριά της με τα εφόδια που χρειαζόταν για να λάμψει στο παγκόσμιο στερέωμα, βρέθηκε κοντά της όποτε εκείνη της το ζήτησε, πάντα με καλοσύνη και διακριτικότητα. Χωρίς ποτέ να προβάλει και να εκμεταλλευθεί το ότι ήταν η γυναίκα που «δημιούργησε» την Κάλλας.


Η Ελβίρα ντε Ιντάλγκο το 1948 εγκαταστάθηκε στην Αγκυρα. Εκεί συνέχισε να παραδίδει μαθήματα τραγουδιού. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της τα πέρασε στο Μιλάνο, πάντα διδάσκοντας. Πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1980, σε ηλικία 88 ετών.


Αρκετοί θεωρούν ότι η Ντε Ιντάλγκο είναι η γυναίκα που κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο Ελβίρα Κάκκη στην ηχογράφηση, το 1936, δύο τραγουδιών του Βασίλη Τσιτσάνη («Μαντίλι χρυσοκεντημένο» και «Πικρός είναι ο πόνος μου»). Η έρευνα έρχεται να αποδείξει  ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ. Η Ελβίρα Κάκκη, η οποία είχε τη δική της, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία, γεννήθηκε το 1900 στην Καβάλα, υπήρξε μέλος του ΕΑΜ και πέθανε το 1987 στην Καλιφόρνια.